Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Η δυναμική της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και η στρατηγική για την ανασυγκρότηση


1. Εισαγωγή

Η συζήτηση για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία έχει συνδεθεί στην Ελλάδα κατά τα χρόνια της κρίσης με δύο στρατηγικούς προβληματισμούς: τον πιθανό ρόλο αυτού του τομέας δραστηριοτήτων σε οτι αφορά την αύξηση της απασχόλησης κατά την περίοδο ανασυγκρότησης της παραγωγικής δραστηριότητας με αφετηρία τα σημερικά υψηλά ποσοστά ανεργίας, και από την άλλη τη δυνατότητα ανάπτυξης δραστηριοτήτων που όχι μόνο έρχονται σε ρήξη με την οικονομία της αγοράς, ως προς τις επιλογές τους και τις μεθόδους οργάνωσης και σχεδιασμού τους, αλλά μπορούν να διαμορφώσουν και ένα συσχετισμό δυνάμεων με ανατρεπτικές επιπτώσεις σχετικά με τη συνολική λειτουργία της οικονομίας.
Είναι χρήσιμο να επισημάνει κανείς από την αρχή οτι το φαινόμενο των πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας στη χώρα μας έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Προκαλείται η εμφάνιση τέτοιων πρωτοβουλιών από την ταχύτατη επιδείνωση των προβλημάτων της ανεργίας, της καταστροφής παραγωγικού δυναμικού και κοινωνικών θεσμών, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει μια ισχυρή παράδοση σε αυτό τον τομέα. Ο κύριος όγκος τους αποτελείται από πρωτοβουλίες οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες μέσω εθελοντικής εργασίας (κοινωνικά ιατρεία, συσίτια, οργάνωση αγορών “χωρίς μεσάζοντες”), ενώ έχουν αναπτυχθεί αρκετές συνεταιριστικές επιχειρήσεις και έχουν επίσης δημιουργηθεί δίκτυα τοπικών νομισμάτων ή τραπεζών χρόνου.

Όπως έχει συμβεί και συμβαίνει σε όλο τον κόσμο τέτοιες δραστηριότητες και οργανωτικές πρωτοβουλίες έχουν έναν κινηματικό χαρακτήρα και δεν χαρακτηρίζονται μόνο από την προσφορά αγαθών, υπηρεσιών ή απασχόλησης σε αυτούς που τα χρειάζονται, αλλά υιοθετούν και μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της κατανομής των διαθέσιμων πόρων ή των εισοδημάτων, όταν υπάρχουν, που είναι κατά κανόνα δημοκρατικές και εξισωτικές. Διαμορφώνεται έτσι ένα σύνολο δραστηριοτήτων που έχουν ως αφετηρία την κάλυψη αναγκών, προχωρούν στην αμφισβήτηση στην πράξη των κοινωνικών και οικονομικών ιεραρχιών, και οδηγούν έτσι στη δημιουργία νέων παραγωγικών σχέσεων και τη διαμόρφωση επομένως των βασικών χαρακτηριστικών ενός νέου τρόπου παραγωγής. Η διεθνής εμπειρία δείχνει οτι τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να συνυπάρξουν με την οικονομία της αγοράς για μεγάλα χρονικά διαστήματα, διατηρώντας τα αρχικά κινηματικά τους χαρακτηριστικά, καθώς οι νέες παραγωγικές σχέσεις μπορεί να διαμορφώσουν νησίδες υψηλής κοινωνικής συνοχής.
Σε ότι αφορά τη δυναμική στην οποία εγγράφεται η σημερινή ανάπτυξη της ΚΑΟ στην Ελλάδα, τίθεται σήμερα, το εξής ερώτημα: βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυνατότητα ανάκαμψης της οικονομίας με τη σταθεροποίηση φορντιστικών κοινωνικών συμμαχιών, την οποία θα συνοδεύσει η ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ή οδηγούμαστε αντίθετα σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής στασιμότητας, μονίμων κοινωνικών εντάσεων και συγκρούσεων, και αυταρχικής διακυβέρνησης, κατά την οποία οι κινηματικές πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας θα συναντόνται αναγκαστικά με ευρείες κοινωνικές κινητοποιήσεις των λαϊκών τάξεων και κάποιων μεσαίων στρωμάτων, ενώ θα τίθενται από κοινού τα ζητήματα των αναγκών, της δημοκρατίας και της ισότητας; Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα εξαρτόνται πρώτα από την εκτίμηση του χαρακτήρα της σημερινής κρίσης στην Ελλάδα, και κατά κύριο λόγο του τρόπου με τον οποίο επηρεάζονται οι κοινωνικές ιεραρχίες και συμμαχίες, και δεύτερον από τις μορφές που θα πάρουν οι προγραμματικές παρεμβάσεις των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, καθώς και οι εκφράσεις τους από τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων.
Η συνύπαρξη κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και οικονομίας της αγοράς είναι περισσότερο ο κανόνας παρά η εξαίρεση στην ιστορία του καπιταλισμού, παρά το γεγονός οτι οι κοινωνικές και αλληλέγγυες πρωτοβουλίες αποτέλεσαν και αποτελούν μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας που αρνούνται τη λογική της αγοράς, την ατομική ιδιοκτησία, και τον ιεραρχημένο καταμερισμό εργασίας. Υιοθετούνται προσεγγίσεις που βασιζονται στην αλληλεγγύη, τον σχεδιασμό, τις ανακατανομές πόρων και εισοδημάτων, και τη συλλογική απόφαση σε ότι αφορά την αμοιβή της εργασίας (ανεξάρτητα από την αξία της), τη δημοκρατική οργάνωση και διαχείριση, που αποτελούν ανώτερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και οργάνωσης της παραγωγής, οι οποίες έχουν ως αφετηρία την τάση εξίσωσης των γνωσιακών επιπέδων και ικανοτήτων, και την πρακτική ανωτερότητα του δημοκρατικού σχεδιασμού. Με αυτό τον τρόπο δεν βρισκόμαστε πλέον στο πεδίο της αντιπαράθεσης εργοδοτών και μισθωτών και το πεδίο συνεννόησης και διαπραγμάτευσης τείνει να είναι αυτό των δημοκρατικών δομών διαχείρισης και σχεδιασμού, στις οποίες πρέπει να προσαρμοστούν οι παλαιότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Αυτά δεν σημαίνουν οτι δεν είναι δυνατός ο εκφυλισμός συλλογικών μορφών οργάνωσης, σε συνδυασμό ίσως με την υποταγή τους σε ιδιωτικά ή κρατικά συμφέροντα, ούτε οτι η κρατική υποστήριξη σε συλλογικές πρωτοβουλίες δεν μπορεί να υπηρετεί είτε κεϋνσιανές είτε νεοφιλελεύθερες στρατηγικές. Το σημαντικό είναι οτι - όπως κατά την τρέχουσα περίοδο στην Ελλάδα - οι κοινωνικές ανάγκες οδηγούν στη δημιουργία μορφών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας με σαφώς ανατρεπτικά χαρακτηριστικά, οι οποίες χειρίζονται τη συγκρουσιακή τους σχέση με την οικονομία της αγοράς, σε συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες.
Η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη στις ευρωπαϊκές χώρες συνοδεύτηκε από την επιβίωση αλλά και την ανάπτυξη οργανώσεων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ακόμα και εκεί όπου γνώρισε θεαματική ανάπτυξη το κοινωνικό κράτος. Με ένα γενικό τρόπο μπορεί να πεί κανείς οτι οι “αποτυχίες της αγοράς” που γέννησαν την ανάγκη της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και της δημιουργίας του κοινωνικού κράτους, δεν αντιμετωπίστηκαν πλήρως και υπήρχε πάντοτε χώρος για πρωτοβουλίες πολιτών και εργαζομένων που κάλυπταν κενά και μάλιστα δημιουργούσαν σταθερές μορφές κοινωνικής δράσης οι οποίες δεν χωρούσαν πάντα στο πλαίσιο των πολιτικών που διαμορφωνόταν σε κρατικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να υποστηριχθούν και να ενταχθούν κατά κάποιο τρόπο στις κοινωνικές πολιτικές οι διάφορες εκδοχές της ΚΑΟ. Η διαθεσιμότητα πολιτών και εργαζομένων, το ενδιαφέρον χρηστών, και η διαθεσιμότητα επίσης δημόσιων πόρων, δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε να αναπτυχθεί και αναπαραχθεί ένας τομέας δραστηριοτήτων όπου συνυπήρχαν διάφορες μορφές κινηματικών πρωτοβουλιών σε συνεργασία ή όχι με κρατικές πολιτικές, και καθαρά επιχειρηματικές δραστηριότητες που αξιοποιούσαν την κρατική χρηματοδότηση ανταποκρινόμενες στις επιδιώξεις της κρατικής πολιτικής (ρητής ή άρρητης).
Η μετατόπιση του περιεχομένου των κοινωνικών πολιτικών από το πλαίσιο του φορντικού κοινωνικού κράτους προς τις παραλλαγές νεοφιλελεύθερης διαχείρισης των κοινωνικών θεμάτων, οι οποίες αναπτύχθηκαν τα τελευταία 40 χρόνια στην Ευρώπη, άλλαξε φυσικά τη στρατηγική επιδίωξη των κρατικών πολιτικών, αλλά ανάλογα με την ιστορία της κάθε χώρας, η αλλαγή αυτή έγινε σταδιακά με τον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων και την μεγαλύτερη έμφαση σε πολιτικές απορρύθμισης της αγοράς εργασίας: στην Ελλάδα όπου δεν είχε παρελθόν η ΚΑΟ, η “καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού” πήρε αποκλειστικά σχεδόν μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων τη μορφή της “ένταξης στην αγορά εργασίας”. Σε χώρες με εκτεταμένο τομέα ΚΑΟ, οι κρατικές πολιτικές ακολούθησαν ένα νέο προσανατολισμό: η μείωση των κοινωνικών δαπανών και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας συνοδεύτηκαν από τη μετατροπή των αλληλέγγυων πρωτοβουλιών σε προεκτάσεις των δημόσιων υπηρεσιών και από την αξιοποίηση των κοινωνικών επιχειρήσεων για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών.
Αλλά η ΚΑΟ έδειξε στην Ευρώπη το δυναμισμό της καθώς και την αντοχή της σε συνθήκες κρίσης μετά το 2008. Έγιναν προσπάθειες των κρατικών πολιτικών να μετατρέψουν τις αλληλέγγυες ενώσεις προσώπων και τις κοινωνικές επιχειρήσεις σε συμπληρώματα των πολιτικών απορρύθμισης. Η στήριξη όμως του τομέα αυτού από πρωτοβουλίες πολιτών και κινηματικές διαδικασίες, η μεγαλύτερη συνεργασία και δικτύωση του, όπως και η απόδειξη της ικανότητάς του εν μέσω κρίσης να εξασφαλίζει τη σταθερότητα της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών, τη σταθερότητα της απασχόλησης και την μονιμότητα των συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων, κάνουν ώστε να αντιμετωπίζεται από τους πρωταγωνιστές της η ΚΑΟ ως φορέας μιας νέας “κοινωνικοποίησης της οικονομίας”, που δεν είναι μόνο αντίθετη με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά και με τις λογικές του κέρδους και της αγοράς.
Στη Λατινική Αμερική η πραγματοποίηση σημαντικών πολιτικών αλλαγών συνέπεσε με την αναγνώριση του ρόλου της ΚΑΟ και αποφάσεις για τη θεσμική της κατοχύρωση με διάφορους τρόπους. Στη Βραζιλία και την Αργεντινή η ΚΑΟ και οι θεσμοί που την κατοχυρώνουν, εντάσονται σε μια στρατηγική ένταξης ή επανένταξης δραστηριοτήτων που είχαν αποκλειστεί από το ίδιο σύστημα που τώρα τις αναγνωρίζει. Αντίθετα στη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ, οι πρόσφατες συνταγματικές αλλαγές ενσωματώνουν την ΚΑΟ ως μέρος μιας θεσμικής ρήξης η οποία θα τροποποιήσει το κοινωνικό καθεστώς συσσώρευσης. Στις τρείς αυτές χώρες η αναγνώριση του ρόλου της ΚΑΟ έχει οδηγήσει στην τροποποίηση της συνολικής στρατηγικής, στην Αργεντινή έχει ενσωματωθεί σε μια κοινωνική προσέγγιση του ρόλου του κράτους, αλλά στη Βραζιλία, οι πιέσεις των πρωταγωνιστών της ΚΑΟ έχει οδηγήσει στην αναγνώρισή της ως μορφή οικονομικής δραστηριότητας, παράλληλα με την ενίσχυση του καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας.
Συνυπάρχουν έτσι στην Λ.Αμερική οι προσπάθειες ρήξης με τις λογικές του καπιταλιστικού συστήματος, με μεταρρυθμιστικές λογικές που αναγνωρίζουν την ύπαρξη του τομέα δραστηριοτήτων της ΚΑΟ, χωρίς να μεταβάλεται η συνολική λογική της οικονομικής στρατηγικής, εκεί κυρίως όπου η καπιταλιστική δυναμική είναι περισσότερο ισχυρή. Παντού όμως οι πρωτοβουλίες των “από κάτω” για την εξασφάλιση τροφίμων, κοινωνικών υπηρεσιών ή απασχόλησης, για την αξιοπρεπή επιβίωση εν γένει, αποτελούν έναν ενεργό και αναγνωρισμένο παράγοντα της εξέλιξης της οικονομίας και των κοινωνικών θεσμών. Καί στο επίπεδο της ηπείρου, ο ανατρεπτικός ρόλος αυτών των δραστηριοτήτων είναι υπαρκτός και αναγνωρισμένος σε ορισμένες χώρες από τη συνταγματική νομιμότητα.
Η προσπάθεια προσδιορισμού του ρόλου και της δυναμικής της ΚΑΟ στην ελληνική περίπτωση πρέπει ταυτοχρόνως να πάρει υπόψη την έλλειψη μιας ιστορίας σύγκρουσης αυτού του τύπου των δραστηριοτήτων με την οικονομία της αγοράς, την πλήρη σχεδόν ένταξη κατά τις τελευταίες δεκαετίες των ελληνικών πρωτοβουλιών, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, και φυσικά τη βαθειά οικονομική κρίση και τη διαχείρισή της με τις πολιτικές των μνημονίων. Έτσι ενώ δεν υπάρχει μια προϊστορία η οποία να επιτρέπει την ενεργό αντίσταση ενός τέτοιου τμήματος της οικονομίας και της κοινωνίας, δεν υπάρχει συγχρόνως και ένα σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης από την πλευρά των παραγόντων της καπιταλιστικής οικονομίας το οποίο να επιτρέπει κάποια μορφή συνύπαρξής της με αυθεντικά αλληλέγγυες οικονομικές δραστηριότητες. Αντίθετα οι κρατικές πολιτικές χρηματοδότησης δράσεων αλληλεγγύης ή συνεταιριστικών πρωτοβουλιών - υποστήριξης της “κοινωνικής οικονομίας” - επιδιώκουν να τις μετατρέψουν σε εργαλεία περαιτέρω απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και φθηνής υποκατάστασης δημόσιων ή αυτοδιοικητικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Σε αυτές οι συνθήκες η ΚΑΟ είναι υποχρεωμένη στην Ελλάδα να παλαίψει ταυτοχρόνως για τη συγκρότησή της μέσα στην κοινωνία, και για τη θεσμική της αναγνώριση από τους νόμους και τα όργανα άσκησης πολιτικών (από το κράτος ή την τοπική αυτοδιοίκηση), που σε πολλές σημαντικές περιπτώσεις πηγαίνει ως την πάλη για την ανάγκη του συνολικού επανασχεδιασμού τομέων της κοινωνικής πολιτικής (υγεία και εκπαίδευση λ.χ.). Η ανάπτυξη της ΚΑΟ, σε οτι αφορά την κρατική πολιτική, συνδέεται πάντως ιστορικά, όχι μόνο με τη θεσμική της αναγνώριση, αλλά και με την παραχώρηση πόρων για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών ή τη στήριξη (οικονομική και γνωσιακή) συνεταιριστικών επιχειρήσεων, που κατά τη σημερινή περίοδο αναδεικνύει το συνολικό θέμα του σχεδιασμού και της χρηματοδότησης της ανασυγκρότησης, σε συνθήκες ύφεσης και μείωσης των δημοσίων δαπανών.
Το μέλλον των υπαρκτών πρωτοβουλιών ΚΑΟ, όπως και αυτών που θα συνεχίσουν να γεννιόνται λόγω της επιδεινούμενης κοινωνικής κατάστασης και των αυξανόμενων αναγκών, εξαρτάται από την πορεία που θα ακολουθήσει η οικονομία, αν θα παραμείνει εγκλωβισμένη στη μνημονιακή στρατηγική, ή θα περάσει στη διαδικασία της παραγωγικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανασυγκρότησης. Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, είναι πιθανή μια αργή ανάκαμψη κατά τα επόμενα χρόνια, με διατήρηση της υψηλής ανεργίας και τη μονιμοποίηση μιας εκτός ελέγχου αγοράς εργασίας και ενός αποδυναμωμένου κοινωνικού κράτους, που θα αυξήσει δραματικά τις ανάγκες σε αγαθά άμεσης ανάγκης και κοινωνικές υπηρεσίες, διαμορφώνοντας και ένα εχθρικό για την ΚΑΟ περιβάλλον. Θα είναι σε αυτές τις συνθήκες αρνητική η στάση του κράτους απέναντι στην παραχώρηση πόρων και θεσμικών αλλαγών, ενώ θα χρηματοδοτούνται “αλληλέγγυες” - αλλά περιθωριακές ως προς τις επιπτώσεις τους - δραστηριότητες ελεγχόμενες από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική.
Η κατεύθυνση του σεναρίου της ανασυγκρότησης θα είναι πρίν απ’όλα μια ανατροπή των κοινωνικών συμμαχιών που θα ορίσουν τις βασικές επιλογές για την οικονομία και την κοινωνία, που θα δώσει προτεραιότητα στην ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού και στις προϋποθέσεις μιας εξισορρόπησης των διεθνών οικονομικών σχέσεων και μιας βιώσιμης στρατηγικής για το περιβάλλον. Οι προτεραιότητες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν από μια δυναμική ανάκαμψης με κίνητρο το κέρδος, όχι μόνο επειδή μια τέτοια δυναμική δεν μπορεί να προκύψει από μια καταστραμμένη οικονομία και από μια τάξη κεφαλαιούχων που αναζητεί βραχυπρόθεσμα υπερκέρδη, αλλά και επειδή οι επιλογές της ανασυγκρότησης έχουν διαρθρωτικό χαρακτήρα και απαιτούν μεγάλες μεταφορές πόρων, επενδύσεις με μακροχρόνια απόδοση και υποστήριξη περιβαλλοντικών και κοινωνικών πολιτικών χωρίς πολλές φορές άμεσες αναπτυξιακές επιπτώσεις.
Στην ελλάδα σήμερα οι κοινωνικές κινητοποιήσεις που θέτουν με άμεσο τρόπο το ζήτημα των κοινωνικών αναγκών, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις και των περιβαλλοντικών, που κινητοποιούν πολίτες και εργαζόμενους για την εξεύρεση λύσεων, είναι πρωτοβουλίες που ανήκουν στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία. Το ουσιαστικό πλεονέκτημα αυτών των πρωτοβουλιών είναι οτι διαμορφώνουν τις πρακτικές και τις διαδικασίες που έχουν αποτελέσματα, ενώ συγχρόνως προσφέρουν μορφές οργάνωσης και λειτουργίας οι οποίες μπορούν να αντιγραφούν από άλλους και να αποτελέσουν τους χώρους όπου αποφασίζονται τόσο ο χαρακτήρας των αναγκών, όσο και η διεύρυνση των κινητοποιήσεων. Οι αντιδράσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε τομείς που συνδέονται άμεσα με κοινωνικές ανάγκες, παρόλο που διαμορφώνουν ένα λόγο που αναφέρεται σε αυτές, σε σπάνιες περιπτώσεις προχωρούν σε μορφές αγώνα οι οποίες προσφέρουν λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα (όπως για τους ανασφάλιστους στα νοσοκομεία), είτε επειδή μένουν σε αμυντικές λογικές (όπως στην εκπαίδευση), ή πρέπει να προχωρήσουν σε προγραμματικές επεξεργασίες που είναι πέρα από τις δυνατότητες μεμονωμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων (όπως για την κοινωνική ασφάλιση).
Οι πρωτοβουλίες ΚΑΟ θέτουν στην Ελλάδα στη σημερινή περίοδο ζητήματα αναγκών που είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ζητήματα συνολική πολιτικής, και δεν μπορεί να θεωρηθεί οτι αφορούν επιμέρους κοινωνικές ομάδες ή γεωγραφικές περιοχές. Για τις κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση), είναι σαφές οτι οι αλληλέγγυες πρωτοβουλίες βασισμένες σε εθελοντική εργασία, πρέπει να συνδεθούν με τις κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να διαμορφώσουν κοινές προτάσεις αναγκών και αιτημάτων. Οι αλληλέγγυες πρωτοβουλίες προνοιακού χαρακτήρα (διανομή τροφίμων, συσσίτια, στέγαση αστέγων) απαιτούν και επιτυγχάνουν μερικές φορές το να αναλαμβάνουν αυτές τις δραστηριότητες οι δήμοι με δικούς τους πόρους. Η επέκταση σε κλάδους παραγωγής όπως η βιομηχανία, η αγροτική οικονομία, ή οι υπηρεσίες, των αυτοδιαχειριζόμενων συνεταιρισμών, χρειάζεται αλλαγές σε θεσμικά πλαίσια και πολιτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης των συγκεκριμένων κλάδων, για τις οποίες καλούνται να παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο οι υπαρκτοί συνεταιρισμοί, αλλά και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και η τοπική αυτοδιοίκηση. Η μετατροπή βέβαια τέτοιων προτάσεων και αιτημάτων σε κρατική πολιτική θα απαιτούσε και τη συνεργασία των εργαζομένων στις αντίστοιχες δημόσιες υπηρεσίες.

2. Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία απέναντι στην καπιταλιστική οικονομία

Η ύπαρξη οργανώσεων, επιχειρήσεων και δικτύων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματισμού όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι μια σταθερά στην ιστορία των βιομηχανικών κοινωνιών. Όταν τίθεται σήμερα το ερώτημα για το κατά πόσο αυτή η συνύπαρξη, και η σύγκρουση την οποία εμπεριέχει, μπορεί να αποκτήσει μια ανατρεπτική δυναμική, ιδιαίτερα κατά τη σημερινή περίοδο στην Ελλάδα, χρειάζεται να αποδεχθούμε αφενός οτι σε όλη την ιστορική περίοδο που μας ενδιαφέρει, οι πρωτοβουλίες ΚΑΟ ήταν κατά κανόνα μέρος του συνόλου των κινηματικών διαδικασιών, και αφετέρου οτι η εμβάθυνση της κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού διαμορφώνει νέες και πρωτόγνωρες συνθήκες ανάπτυξης τέτοιων πρωτοβουλιών, ικανών να ανατρέψουν τους κυριάρχους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Η κουλτούρα της Αριστεράς του 20ου αιώνα, προσεγγίζει την ανατροπή του καπιταλισμού ως μια αλλαγή του ελέγχου της παραγωγικής ισχύος της εργατικής δύναμης, αλλά και της αξίας χρήσης της, που πραγματοποιείται πριν απ’όλα στις μεγάλες μονάδες του συγκεντροποιημένου κεφαλαίου. Μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί όμως να ισχύσει πλέον την εποχή της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης του γνωσιακού καπιταλισμού, που οδηγούν στην υψηλή ανεργία, τον κατακερματισμό των εργασιακών διαδικασιών, τη δικτύωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, και την κατάργηση της συλλογικής εκπροσώπησης της εργασίας. Η συλλογικότητα της παραγωγικής δραστηριότητας (με την αξιοποίηση του συνόλου της διαθέσιμης εργατικής δύναμης) και η οικοδόμηση των συλλογικών θεσμών σχεδιασμού της δραστηριότητας αυτής, δεν μπορεί να προκύψει παρά από νέες πρωτοβουλίες των εργαζομένων και των ανέργων (εκτός ή εντός των υπαρκτών επιχειρήσεων ή υπηρεσιών), που θα ανασυγκροτήσουν ριζικά το χάρτη των οικονομικών δραστηριοτήτων, και τις μεθόδους συντονισμού τους.
Η δημιουργία δομών ΚΑΟ δεν είναι η μόνη μορφή κινηματικής δράσης που συγκρούεται με την καπιταλιστική οικονομία. Οι άλλες όμως μορφές δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές παρά από τη στιγμή που αναλαμβάνουν δράσεις ανεξάρτητες οι οποίες θέτουν στόχους παρόμοιους με αυτούς των πρωτοβουλιών ΚΑΟ. Οι εργαζόμενοι δηλαδή στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα (επιχειρήσεις ή υπηρεσίες), δεν μπορούν να αντισταθούν στις απολύσεις, τις μειώσεις μισθών, τις συνεχείς καταργήσεις εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, παρά ερχόμενοι σε ρήξη με τη στρατηγική της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, και οικοδομώντας συμμαχίες με τις επιχειρήσεις και οργανώσεις του τομέα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Σε προηγούμενες εκδοχές συνύπαρξης της ΚΑΟ και της καπιταλιστικής οικονομίας, οι τομείς δραστηριοτήτων της ΚΑΟ δεν μπορούσαν (και δεν μπορούν) να διασπάσουν τη συμμαχία του κεφαλαίου (και της καπιταλιστικής ανάπτυξης), στην οποία συμμετείχαν πολλές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις. Η ελληνική περίπτωση, που χαρακτηρίζεται ταυτοχρόνως από τη ραγδαία επέκταση της μάζας των ανέργων και απασχολούμενων με επισφαλείς σχέσεις ή εξατομικευμένων εργαζομένων, και από τη αποδόμηση από την ίδια την ελίτ της προηγούμενης κοινωνικής συμμαχίας της με τα μεσαία στρώματα, προσφέρει ένα πρωτότυπο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη κοινωνικών πρωτοβουλιών και νέων κοινωνικών συμμαχιών με γενικό προσανατολισμό τη συγκρότηση της οικονομίας των αναγκών, και επομένως την αποδυνάμωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Η παρακάτω τοποθέτηση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τίθεται πλέον διαφορετικά το ζήτημα των υποκειμένων της ανατρεπτικής δράσης: “Η κοινωνική οικονομία δεν είναι ένα αντικαπιταλιστικό επαναστατικό κίνημα, δεν υπάρχει ένας φυσικός αυτοματισμός... κάποιος ευθύς δρόμος που να οδηγεί από τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση εξαθλιωμένων ανθρώπων στην αυτοδιαχείριση και την άμεση δημοκρατία... δεν αποτελεί μεταβατική μορφή προς μια πιό δίκαιη κοινωνία... Σαν ένα απελευθερωτικό από την καπιταλιστική δουλεία εγχείρημα, σαν μια αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία, προϋποθέτει, ή καλύτερα αποτελεί, μια απόφαση... - την οποία παίρνει καταρχάς ο καθένας μόνος του - για ένα συνεταιρισμό ομότιμων ανθρώπων”[1]. Η οικοδόμηση των νέων δομών κοινωνικής αλληλεγγύης σηματοδοτεί μια νέα ιστορική φάση σε ότι αφορά τη μορφή που παίρνουν οι συνεργασίες των ανθρώπων, οι οποίες έχουν έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, δεν συγκροτούν απλά μια κοινή στάση απέναντι σε έναν εργοδότη ή το κράτος, αλλά μια δημοκρατική λειτουργία που αφορά μια κοινή δράση σε όλα τα επίπεδα της δραστηριότητας επιχειρήσεων ή υπηρεσιών.
Γιατί όμως μπορεί να υποστηριχθεί οτι η δυναμική επέκτασης των ανατρεπτικών χαρακτηριστικών της ΚΑΟ στο σύνολο της κοινωνίας θα πρέπει να αποτελέσει μια διαδικασία παρόμοια κατά βάση με τη δυναμική συγκρότησης του αρχικού μη καπιταλιστικού τομέα; Πώς θα περάσουν κοινωνικά στρώματα που τυγχάνουν μιας ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, από την πλευρά των πολλών εξαθλιωμένων και των ολιγάριθμων συμπαραστατών τους; Η δημιουργία και επέκταση των οργανώσεων και συνεταιρισμών που συγκροτούν την ΚΑΟ, δεν είναι μόνο ένα φαινόμενο που οφείλεται στη στράτευση των πολιτών και εργαζομένων που λαμβάνουν τις πρωτοβουλίες, αλλά οφείλεται και στις γνώσεις και δεξιότητές τους τόσο σε σχέση με τις υπάρχουσες ανάγκες, και τις δυνατότητες προσφοράς και παραγωγής των αντίστοιχων υπηρεσιών και αγαθών, όσο και σε σχέση με τις ίδιες τις μεθόδους οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας στους αντίστοιχους κλάδους δραστηριοτήτων. Η περιορισμένη έκταση που πήρε ανάλογα με τις περιόδους το φαινόμενο της ΚΑΟ, δεν οφειλόταν μόνο σε παράγοντες που είχαν σχέση με την ικανότητα της κάθε καπιταλιστικής οικονομίας να επιτύχει μια μορφή σταθερότητας, αλλά και στα όρια που υπήρχαν σε ότι αφορά την ύπαρξη σε ευρεία κλίμακα της κατάλληλης εμπειρογνωμοσύνης και των κατάλληλων γνώσεων και πληροφοριών για τις δυνατότητες παραγωγής αγαθών και προσφοράς υπηρεσιών με τις μεθόδους της αλληλέγγυας οικονομίας.
Κατά την εξέλιξη του καπιταλισμού η ΚΑΟ γνώρισε σημαντικές αλλαγές. “Στα μέσα του 19ου αιώνα η δημιουργία εργατικών ενώσεων, που στήριζαν οι ειδικευμένοι εργάτες των πόλεων, συνεδύαζε τις ενώσεις αλληλοβοήθειας, τις εργατικές ενώσεις παραγωγής και κατανάλωσης, τα κλάμπ και τις βιβλιοθήκες. Εξέφραζε μια μορφή συλλογικής αντίστασης στον ανταγωνισμό, που εθεωρείτο καταστροφικός για τις ειδικότητες και τις οργανώσεις αλληλεγγύης, και αντίστασης στην κατάσταση του “ανάξιου μισθωτού” που οδηγεί στην ανασφάλεια και τη φτώχεια”[2]. Στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, “η κοινωνική οικονομία δεν αναγνωρίζεται πλέον ως ένα ενιαίο σύνολο οργανώσεων με κοινό στόχο τη βελτίωση της κατάστασης των εργατών στον καπιταλισμό. Ο ρόλος αυτός ανήκει όλο και περισσότερο στη δημόσια παρέμβαση (εργατικό δίκαιο, κοινωνικό δίκαιο και στην  συνέχεια κοινωνική προστασία), ακόμα κι αν οι οργανώσεις κοινωνικής οικονομίας συμμετέχουν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους και στον τομέα των δραστηριοτήτων τους, στην οικοδόμηση των δημόσιων πολιτικών για τους μισθωτούς και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις”[3]. Καθ’όλη την μεταπολεμική περίοδο ανάπτυξης στην Ευρώπη, η ΚΑΟ παρέμεινε κατά κάποιο τρόπο στη σκιά των δημόσιων πολιτικών, με τις οποίες διατήρησε μια σταθερή λειτουργική και οικονομική σχέση. Με την κρίση όμως του φορντιστικού μοντέλου και την εγκαθίδρυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών διαχείρισης των οικονομιών, κυρίως τη μείωση των κοινωνικών δαπανών και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, επηρεάστηκαν αρνητικά πολλές παλαιότερες οργανώσεις, αλλά δημιουργήθηκε μια νέα γενειά οργανώσεων και συνεταιρισμών για να καλυφθούν νέα ζητήματα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με ένα νέο δυναμισμό σε οτι αφορά την αλληλεγγύη, την ισότητα και την αυτονομία.
Η μεταφορντική εποχή δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την επανεμφάνιση σε μαζική κλίμακα ζητημάτων φτώχειας και έλλειψης κοινωνικής προστασίας στην Ευρώπη, αλλά και από τη ραγδαία επέκταση από τις αρχές της δεκαετίας του 60 του “γνωσιακού καπιταλισμού”, του καπιταλισμού που εγκαταλείπει τον τεϋλορικό καταμερισμό εργασίας, και είναι πλέον αναγκασμένος να βασίζεται στο υψηλό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων των εργαζομένων, και να εξαρτάται από αυτούς σε σημαντικά θέματα διοίκησης και οργάνωσης, καινοτομίας, και τεχνολογικής εξέλιξης. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση αυτής της μεταβολής, που σε καθοριστικό βαθμό οφείλεται στην ταχύτατη άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των νέων, επέλεξε το συνδυασμό της δημιουργίας ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για σημαντικές κατηγορίες εργαζομένων με υψηλές ειδικεύσεις, αλλά και της επέκτασης της ανασφάλειας και της κινητικότητας για τη μεγάλη μάζα των εργαζομένων, που διαθέτουν όμως αρκετές γνώσεις και γνωστική ικανότητα ώστε να είναι “απασχολήσιμοι” και αποδοτικοί σε μια τέτοια απορρυθμισμένη αγορά εργασίας[4]. Παράλληλα η μετάβαση από μια οικονομία του κέρδους σε μια οικονομία της προσόδου[5], προσφέρει σε καπιταλιστές και κλάδους περιθώρια εκμετάλλευσης που κατακρημνίζουν  τις αμοιβές και την κοινωνική προστασία, οδηγώντας μεγάλο μέρος των ειδικευμένων και κατά κανόνα διανοητικά εργαζομένων, στη φτώχεια και την πρόσκαιρη απασχόληση. Αλλά στον “γνωσιακό καπιταλισμό”, είτε η παραγωγή πραγματοποιείται από καλοπληρωμένους εργαζόμενους, είτε από απασχολήσιμους, “σε αντίθεση με την αλυσίδα παραγωγής... ο,τι παράγεται πραγματοποιείται από τους άμεσους παραγωγούς που εμπλέκονται, ενώ κάθε παραγωγική τους πράξη αυξάνει τις ικανότητές τους”[6].
Το περιβάλλον στο οποίο είναι δυνατό να αναπτυχθούν πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, έχει ριζικά μεταβληθεί λόγω της μεταβολής του χαρακτήρα της εργασίας και των μορφών ελέγχου της εργασίας από το κεφάλαιο και το κράτος, αλλά και λόγω της εντεινόμενης επίθεσης απέναντι στον κόσμο της εργασίας και το κοινωνικό κράτος. Δεν βρισκόμαστε στην περίοδο της άμυνας των ειδικευμένων εργατών του 19ου αιώνα, ούτε στην περίοδο της κάλυψης των αναγκών περιθωριακών κοινωνικών ομάδων της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά βρισκόμαστε στη φάση κατά την οποία οι καπιταλιστικές οικονομίες φτωχοποιούν σε μαζική κλίμακα εργαζομένους με γνώσεις και δεξιότητες, με εμπειρίες και ικανότητες συλλογικής εργασίας. Η δυνατότητα ανάληψης συλλογικών δράσεων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών από συνεταιρισμένους εργαζόμενους, ή για τη σύνδεση αναγκών και θεσμικών λειτουργιών σε κεντρικό ή τοπικό επίπεδο, αφορά πλέον ένα πλειοψηφικό μέρος του δυνάμενου να εργαστεί πληθυσμού, και αφορά επίσης δραστηριότητες που είναι περισσότερο αποτελεσματικές - ακόμα και με τεχνικά καθαρά κριτήρια - όταν έχουν αυτό το συλλογικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει οτι ο συλλογικός χαρακτήρας της εργασίας στις υπηρεσίες ή την υλική παραγωγή, που αποτελεί το σκοπό και το μέσο της ΚΑΟ, δεν είναι απλά το προϊόν μιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης ή μιας διαφορετικής κοινωνικής προσέγγισης, αλλά είναι η οδός για την επίτευξη ενός νέου ορθολογισμού της παραγωγής, απέναντι στις καταστροφικές επιπτώσεις της σύζευξης χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και νεοφιλελεύθερου ελέγχου της εργασίας. Τα κίνητρα δεν είναι μόνο ένα άλλο κοινωνικό όραμα, αλλά και η ορατή δυνατότητα συνύπαρξης αποδοτικής συλλογικής εργασίας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

3. Η ΚΑΟ αντιμέτωπη με το νεοφιλελευθερισμό στην Ευρώπη

Σήμερα στην Ευρώπη, αλλά και σε μέρη όπως οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν είναι ένα σύνολο δραστηριοτήτων που αφορούν αποκλειστικά την προσφορά υποστήριξης στους αδύνατους και τους περιθωριοποιημένους, αλλά έχει πλέον επεκταθεί στα “μεγάλα ερωτήματα που η φιλελεύθερη οικονομία έχει κρύψει κάτω από τον αιώνιο νόμο της αόρατης χειρός της αγοράς: τι να παράγουμε, για ποιούς και με ποιό σκοπό;”[7]. Με άλλα λόγια η ΚΑΟ είναι σήμερα ο κοινωνικός χώρος όπου οι εργαζόμενοι και πολίτες που διαμορφώνει ο γνωσιακός καπιταλισμός βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Είναι η απάντηση που δίδεται στην φτωχοποίηση, ή περιθωριοποίηση της μεγάλης μάζας των μορφωμένων και ικανών ανθρώπων που συνθέτουν τις κοινωνίες μας, και στο διαχωρισμό τους από μια ελίτ μισθωτών η οποία ευνοείται οικονομικά και συγχρόνως αποδέχεται συνειδητά να υπηρετήσει τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό και την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των διαφόρων μορφών κεφαλαίου.
Αλλά η σύγκρουση αυτή μπορεί να εκδηλωθεί με την αξιοποίηση των πρωτοβουλιών ΚΑΟ για τη συμπλήρωση του φθίνοντος κοινωνικού κράτους, ή για τη διαχείριση των πρωτοβουλιών αυτών με μεθόδους ιδιωτικής επιχείρησης που αποδυναμώνουν τα δημοκρατικά και εξισωτικά χαρακτηριστικά τους. “Το οικονομικό παράδειγμα που συνθέτει το κονσένσους της Ουάσιγκτον θεωρεί τις δημόσιες υπηρεσίες ως γραφειοκρατικές και παρασιτικές, και προτείνει να μεταρρυθμιστούν μέσω μιας νέας διαχείρισης του δημοσίου... Η μείωση του κόστους είναι το κύριο μέλημα... Σε αυτή την περίπτωση η ΚΑΟ μπορεί μάλιστα να επικυρώσει την αποδέσμευση του κράτους. Η αύξηση της απασχόλησης στις ενώσεις πολιτών μπορεί να αντιστοιχεί σε μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων όταν χρησιμοποιούνται ως υποβαθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες”[8]. Επίσης, “... το να εκθιάζουμε τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών και τις ικανότητες αυτοοργάνωσής της μπορεί να αποδειχθεί μια διαστροφή τη στιγμή που το κράτος επιδιώκει να μειώσει τις δαπάνες του.... παρουσιάζοντας με τα θετικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής πρωτοβουλίας την εκτροπή της κοινωνικής προστασίας προς ένα σύστημα όπου οι πιό φτωχοί δικαιούνται μιας βοήθειας με έκπτωση...”[9].
Μια άλλη τάση που προκυπτει από το κονσένσους της Ουάσιγκτον είναι η υιοθέτηση των μεθόδων διοίκησης των ιδιωτικών επιχειρήσεων από τις οργανώσεις της ΚΑΟ, διότι πρέπει να ξεπεραστεί ο ερασιτεχνισμός τους. “Πρέπει επομένως να εξελιχθεί η ΚΑΟ προς το μοντέλο του “social business”, της επιχείρησης που έχει κοινωνικό στόχο αλλά λειτουργεί στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος όπως μια συμβατική επιχείρηση... Σε αυτή την περίπτωση η πίστη στην ενάρετη λειτουργία της αγοράς μετατρέπει την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία σε ένα νέο τύπο καπιταλισμού που ‘υπηρετεί τις πιό επείγουσες ανάγκες της ανθρωπότητας’. ... Σε αυτές τις συνθήκες η “social business”, σε συνδυασμό με την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη των επιχειρήσεων, υποστηρίζει την ηθικοποίηση του καπιταλισμού που είναι απαραίτητη για την επανανομιμοποίησή του”[10]. Ο μηχανισμός αυτός που μας είναι γνώριμος λόγω της εμπειρίας μας σχετικά με πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις, μπορεί να είναι και μια μετεξέλιξη μιας οργάνωσης που ξεκινάει με αυθεντικά συνεργατικά χαρακτηριστικά. και καταλήγει “να υιοθετεί τις συμπεριφορές των αντιπάλων και να παύει να έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για την κοινή γνώμη”[11].
Σήμερα η ύπαρξη συνόλων οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων που ανήκουν στην ΚΑΟ, και αναπτύσουν δραστηριότητες με κοινωνικό σκοπό, ενώ λειτουργούν δημοκρατικά και εξισωτικά σε ότι αφορά αμοιβές και άλλα οφέλη, είναι μια αναγνωρισμένη πραγματικότητα, και αυτά τα σύνολα αποτελούν τους μόνους κοινωνικούς, οργανωτικούς και παραγωγικούς χώρους, που διαμορφώνουν ένα εναλλακτικό πρότυπο σε σχέση με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Οι συμμετέχοντες σε αυτές τις διαδικασίες δεν είναι οι εργαζόμενοι ομοιοεπαγγελματικών κατηγοριών του 19ου αιώνα, ούτε οι τεϋλορικοί εργάτες της φορντιστικής περιόδου του καπιταλισμού, αλλά οι μισθωτοί ή επαγγελματίες του “γνωσιακού καπιταλισμού” που έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν την προσφορά υπηρεσιών ή την παραγωγή αγαθών, και να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων σε ότι αφορά ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιλογές σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο οτι η προβολή στο σύνολο των κοινωνιών των χαρακτηριστικών της ΚΑΟ ονομάζεται από πολλές συλλογικότητες και δικτυώσεις “οικονομική δημοκρατία”[12], καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην εγκατάσταση των δημοκρατικών λογικών στην καρδιά, όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της διοίκησης και του σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα. Αυτό σημαίνει οτι η εμπειρία των οργανώσεων και συνεταιρισμών της ΚΑΟ μπορεί να θεωρηθεί η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η κοινωνία της οποίας η λειτουργία θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πληθυσμού που θα ορίζονται και θα ικανοποιούνται με τη συμμετοχή των ίδιων των ενδιαφερομένων.
Η μετάβαση όμως σε μια τέτοια κοινωνία συναντάει εμπόδια που αποτελούν την ενασχόληση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Τα εμπόδια αυτά αφορούν τους διαθέσιμους πόρους για τις δραστηριότητες στις οποίες εντάσσονται οι πρωτοβουλίες της ΚΑΟ, το θεσμικό καθεστώς που επιτρέπει τη δυνατότητα ανάπτυξής της, και κατά κύριο λόγο τις συνεχείς προσπάθειες διάσπασης ή αδρανοποίησης των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να δραστηριοποιηθούν για να δώσουν απαντήσεις σε θέματα αναγκών και μορφών διαχείρισης και σχεδιασμού των απαντήσεων. Από την άλλη “... η ετερογένεια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας περιορίζει την ικανότητά της να φέρει μια ενιαία προσέγγιση του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας. Αλλά, οι προκλήσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουμε σήμερα απαιτούν απαντήσεις σε κεντρικό επίπεδο, στα επίπεδα της μακροοικονομικής ρύθμισης και της πολιτικής απασχόλησης, του ορισμού των κανόνων που πλαισιώνουν τις αγορές, και τις δημοσιονομικές και κοινωνικές πολιτικές”[13]. Είναι αναγκαίο να “αναλάβουν δράση μετά τις πρωτοβουλίες των πολιτών οι υπάρχοντες μεγάλοι θεσμοί”[14]. Και φθάνει έτσι κανείς στο ερώτημα για το πώς θεσμοί που ρυθμίζουν τα μακροοικονομικά μεγέθη, και διαμορφώνουν τους κανόνες λειτουργίας αγορών και φορέων άσκησης πολιτικών, θα περάσουν από την πλευρά των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων οι οποίες παλεύουν για μια οικονομία των αναγκών, την οποία η κοινωνία διαχειρίζεται με δημοκρατικές διαδικασίες που ξεκινούν από τη βάση της κοινωνίας, επιδιώκοντας εξισωτικές αποφάσεις σε επίπεδο αμοιβών και κοινωνικών παροχών.
Έχει αναφερθεί η ανάγκη να υπάρξουν νέα πολιτικά και οικονομικά υποκείμενα τα οποία δεν θα πεισθούν για αυτή τη νέα αναγκαιότητα “παρά μόνο εάν στραφούν προς νέους συλλογικούς προσανατολισμούς, τους οποίους θα εμπνέει ένα συγκροτημένο ριζοσπαστικό πολιτικο-οικονομικό σχέδιο. Σχέδιο που θα είναι ‘ανταγωνιστικό’ προς τα υπάρχοντα, αλλά και θα εγγράφεται σ’ένα από τα εμπλουτισμένα εναλλακτικά μετα-καπιταλιστικά (και μετα-αγοραμεγεθυνσικά) προτάγματα”[15]. Μια πιό αναλυτική προσπάθεια χάραξης ενός τέτοιου συλλογικού προσανατολισμού, με αφετηρία την εμπειρία της Ισπανίας, προτείνει τις εξής επτά κατευθύνσεις: βελτίωση της διαχείρισης των αλληλέγγυων επιχειρήσεων, ενίσχυση της εμφάνισης κάθε είδους πρωτοβουλιών αλληλέγγυας οικονομίας, ανάδειξη των αλληλέγγυας επιχείρησης ως την κατ’εξοχήν επιχείρηση των πόλεων, γενίκευση των πρακτικών υπεύθυνης κατανάλωσης και ηθικής αποταμίευσης, προώθηση της συνεργασίας για τη δημιουργία κοινωνικών αγορών, προτεραιότητα στους τομείς της οικολογίας και των κοινωνικών υπηρεσιών, επιβολή πιό ενεργών δημόσιων πολιτικών υποστήριξης της αλληλέγγυας οικονομίας[16]. Τα ερωτήματα όμως για τις δημόσιες πολιτικές, τις μεταρρυθμίσεις των λειτουργιών θεσμών και μεθόδων άσκησης πολιτικών, όπως και για τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις κοινωνικές συμμαχίες που μπορούν να επιβάλουν ένα νέο πολιτικο-οικονομικό σχέδιο, απαιτούν επέκταση της ανάλυσης πέρα από τα όρια της αλληλέγγυας οικονομίας.

4. Κράτος, οικονομία και ΚΑΟ στη Λατινική Αμερική

Στη Λατινική Αμερική η αναγνώριση της ΚΑΟ ήταν και είναι το αποτέλεσμα της γενικότερης αλλαγής προσανατολισμού των κυβερνήσεων πολλών χωρών, και αυτός ο τομέας δραστηριοτήτων και κινητοποιήσεων διατύπωσε και διατυπώνει προτάσεις για οικονομικές αλλαγές που ταλαντεύονται “ανάμεσα στην επιθυμία να υπερβούν το υπάρχον σύστημα και τις τομεακές διεκδικήσεις που ικανοποιούνται στο πλαίσιο του ίδιου του συστήματος, γι αυτό και η θέση της πρότασης για μια ΚΑΟ... δεν είναι κεντρική. Ούτε γενικεύθηκε η διαμόρφωση κινημάτων με ειδικό στόχο την προώθηση της ΚΑΟ, όπως στην περίπτωση της Βραζιλίας”[17]. Παρόλ’αυτά όμως λόγω των κοινωνικών κινημάτων (Εκουαδόρ, Βολιβία), λόγω της κρίσης (Αργεντινή, Βενεζουέλα), ή λόγω της μετατόπισης του εκλογικού σώματος και της υποστήριξης προοδευτικών προγραμμάτων (Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη), έγιναν αλλαγές πολιτικών που περιέλαβαν την ανάπτυξη δημόσιων πολιτικών προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, και σε όλες σχεδόν τις χώρες θεσμοποιήθηκαν οι μορφές ΚΑΟ. Σε όλες τις περιπτώσεις εμφανίζεται μια αντίφαση ανάμεσα “από τη μια μεριά το χρόνο αντιμετώπισης του επείγοντος, σε ότι αφορά τόσο τις πρακτικές επιβίωσης των τμημάτων του πληθυσμού που έχουν φτωχείνει ή αποκλειστεί,....όσο και των πολιτικών με αυτό το στόχο,.....και απο την άλλη τον πολύ μακρύτερο χρόνο που απαιτείται για να προωθείται η υιοθέτηση δυνατοτήτων συνεταιριστικής δράσης στο πλαίσιο της ΚΑΟ...”[18].
Αυτό που χαρακτηρίζει την περίπτωση της Αργεντινής είναι οτι η αναγνώριση των δραστηριοτήτων της ΚΑΟ εντάσσεται (σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζουμε εδώ), στην “επιβεβαίωση ενός συγκροτημένου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, από ένα κράτος με προσανατολισμό την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής, και όχι σε μια προσπάθεια προώθησης μιας νέας προοπτικής για την οικονομία, όπως αυτή στην οποία μπορεί να οδηγήσει ο,τι ονομάζουμε Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία”[19]. Το 2003 η νέα κυβέρνηση αφού διαπίστωσε οτι η κρίση της απασχόλησης θα είναι μακροχρόνια, ενσωμάτωσε στην κοινωνική πολιτική την πολιτική για την κοινωνική οικονομία που αφορούσε κυρίως την προώθηση παραγωγικών δραστηριοτήτων για την αγορά από οντότητες συνεργατικές και αυτοδιαχειριζόμενες. Παράλληλα, διατηρήθηκε ο κεντρικός χαρακτήρας μιας προοδευτικής εργασιακής πολιτικής, με αναπροσαρμογές αμοιβών, αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ιδιαίτερα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας. Στη συνέχεια έγινε μια προσπάθεια νομιμοποίησης μικρών επιχειρήσεων τοπικού χαρακτήρα ή αδήλωτων επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας, προώθησης των μικροδανείων με σκοπό την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας καθώς και αυτοδιαχείρισης μικρών οικογενειακών ή κοινοτικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων με κοινωνικό σκοπό.
Τον Ιούνιο 2011, έγιναν τροποποιήσεις του νόμου για τις πτωχεύσεις και εγκαθιδρύθηκε η προτεραιότητα στους εργαζόμενους για τον δανεισμό που επιτρέπει τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης. Επιδίωξη αυτού του νόμου είναι να νομιμοποιηθούν ως συνεταιρισμοί 300 επιχειρήσεις υπό κατάληψη μετά την κρίση του 2001, και να διευκολυνθεί μια τέτοια επιλογή από 3000 άλλες που είναι υπο πτώχευση και απασχολούν 200 χιλιάδες εργαζόμενους. Παράλληλα αποφασίστηκε πρόσφατα η υποστήριξη της δημιουργίας νέων συνεταιριστικών επιχειρήσεων από ανέργους, που θα απασχολήσουν 100.000 άτομα, με οικονομική στήριξη που θα κρατήσει για ένα περιορισμένο διάστημα. “..Είναι φανερό οτι αυτά τα προγράμματα αντιμετωπίζουν την Κοινωνική Οικονομία όχι ως μια εναλλακτική λύση σε σχέση με τις επιχειρήσεις του κεφαλαίου, ή τις δημόσιες επιχειρήσεις, αλλά ως μια επιλογή για να καλυφθεί, τουλάχιστον εν μέρει, η ανεπάρκεια των επενδυτικών πολιτικών ή των πολιτικών δημιουργίας θέσεων εργασίας..”[20]. Είναι σημαντικό οτι η Συνομοσπονδία των Εργαζομένων της Αργεντινής, περιέλαβε στις διεκδικήσεις της την αναγνώριση από το νόμο του εργαζομένου σε αυτοδιαχειριζόμενη επιχείρηση. Συμπεραίνεται όμως σε σχέση με την Αργεντινή οτι “η περιορισμένη αντίληψη σχετικά με τη εμβέλεια της ΚΑΟ, η έλλειψη μιας συστηματοποίησης αυτών των εμπειριών και η απουσία ενός σχετικά αυτόνομου κινήματος όπως εκείνου της Βραζιλίας, υπονομεύουν την ορατότητά του, αλλά κυρίως, τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας στρατηγικής με κατεύθυνση την οικοδόμηση μιας άλλης οικονομίας”[21].
Η περίπτωση της Βραζιλίας διαφέρει από την Αργεντινή στο ότι η κρατική πολιτική αποδέχεται την αλληλέγγυα οικονομία (ECOSOL όπως επισήμως αποκαλείται) ως μια οδό για την αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά και ως μια διαρθρωτική επιλογή για την οικονομία, με την οποία ασχολούνται πολλά υπουργεία, της αγροτικής ανάπτυξης, της παιδείας, της κοινωνικής ανάπτυξης και καταπολέμησης της πείνας, της εργασίας και απασχόλησης. Χαρακτηριστικό επίσης της Βραζιλίας είναι οτι πρίν υιοθετηθεί μια κρατική πολιτική για την ECOSOL, συγκροτήθηκε ένα κίνημα με αυτό τον προσανατολισμό (FBES, Foro Brasileño de Economia Solidaria) - με αφορμή το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ - το οποίο με την εκλογή του Λούλα το 2003 προκάλεσε τη δημιουργία της Γραμματείας της Αλληλέγγυας Οικονομίας (SENAES) σε κυβερνητικό επίπεδο. “...οι θέσεις της SENAES πάνε πιό πέρα από τη συμπληρωματική κοινωνική πολιτική και προτείνουν την αλληλέγγυα οικονομία ως μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης των οικονομικών διαδικασιών”[22]. Η ευρύτητα της θεσμικής στήριξης της αλληλεγγυας οικονομίας φαίνεται και από την πρωτοβουλία της Central Única de Trabajadores (που ελέγχεται από το ΡΤ του Λούλα) να καλέσει τα πανεπιστήμια να στηρίξουν την αλληλέγγυα οικονομία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα δίκτυο 80 πανεπιστημίων που συμμετέχουν στη δημιουργία των επιχειρήσεων της ECOSOL. Διαπιστώνεται όμως τελικά οτι παρά τον οραματικό προσανατολισμό προς μια “άλλη οικονομία”, οι πολιτικές που πραγματικά υλοποιούνται έχουν περιορισμένα αποτελέσματα. Πάνω από 100.000 οικογένειες ζούν σήμερα σε άτυπες κατασκηνώσεις σε αναμονή της απόκτησης γής, και ενώ 500.000 οικογένειες έχουν ικανοποιηθεί από αυτή την άποψη, στο σύνολο της Βραζιλίας ζούν πάνω από 4 εκατομύρια οικογένειες χωρίς γή.
Το μοντέλο της Βενεζουέλας χαρακτηρίζεται από μια ριζοσπαστική προσέγγιση για το στρατηγικό προσανατολισμό της οικονομίας, αλλά και από μια “εκ των άνω” προσέγγιση του όλου σχεδίου ανάπτυξης της κοινωνικής οικονομίας. Το 2005 ο Τσάβες είχε αναγγείλει οτι οι πραγματοποιούμενες αλλαγές αφορούν μια διαδικασία μετάβασης στο Σοσιαλισμό, ενώ η έννοια της κοινωνικής οικονομίας έχει εξελιχθεί από τον εκδημοκρατισμό της αγοράς και του κεφαλαίου - όπου η κοινωνική οικονομία αντιμετωπίζεται ως μια οδός εναλλακτική και συμπληρωματική σε σχέση με την ιδιωτική και δημόσια οικονομία, που βασίζεται σε συνεταιριστικές επιχειρήσεις και αυτοδιαχειριζόμενες μικροεπιχειρήσεις - ως την οικοδόμηση του “σοσιαλισμού του 21ου αιώνα”. Από το θεσμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί ενισχύονται διάφορες μορφές κοινωνικής οικονομίας που κατά κανόνα δεν είναι προυπάρχουσες μορφές αλλά καινοτόμες προτάσεις: κοινοτικές επιχειρήσεις, οικογενειακές μονάδες παραγωγής, ή ομάδες αλληλέγγυων ανταλλαγών. “...Αυτή περίπτωση θεσμοποίησης από τα πάνω προς τα κάτω, από το κράτος προς την κοινωνία, συναντάει ένα διπλό εμπόδιο ενός κράτους γραφειοκρατικού που αντιστέκεται στις νέες πολιτικές, και μιας κοινωνίας χωρίς αρκετές οργανώσεις ικανές να προτείνουν αυτόνομα ή να επωμιστούν τις κατευθύνσεις που έρχονται από το κράτος”[23]. Τελικά διαπιστώνεται οτι παρά την αφιέρωση πόρων του κράτους για τη στήριξη της δημιουργίας συνεταιρισμών, τα αποτελέσματα των προσπαθειών αυτών σχετικά με η δημιουργία πραγματικά νέων συνεταιριστικών επιχειρήσεων, κυμαίνονται ανάμεσα στο 5 και το 15%.
Η εκλογή το 2005 στη Βολιβία του Εβο Μοράλες, ήταν το προϊόν μεγάλων κινητοποιήσεων τα προηγούμενα χρόνια για το νερό, για τη νομιμοποίηση της κόκας, για την εθνικοποίηση του φυσικού αερίου, που συνδέονται γενικώς με την προοπτική της ανάπτυξης της κοινωνικής οικονομίας. Και μόλις σχηματίστηκε το 2006 η νέα κυβέρνηση, αποφασίστηκε η εθνικοποίηση των υδρογονανθράκων και συγκροτήθηκε Συντακτική Εθνοσυνέλευση που κατέληξε σε ένα νέο σύνταγμα το 2009. Το σύνταγμα αυτό εγκαθιδρύει την “πληθυντική” οικονομία η οποία είναι ταυτοχρόνως κοινοτική, κρατική, ιδιωτική, και κοινωνική συνεταιριστική, και βασίζεται στις αρχές της συμπληρωματικότητας, της αμοιβαιότητας, της αλληλεγγύης, της αναδιανομής, της ισότητας, της νομικής ασφάλειας, της βιωσιμότητας, της ισορροπίας, της δικαιοσύνης και της διαφάνειας. Σε ότι αφορά τις μορφές οργάνωσης της κοινωνικής οικονομίας, αναγνωρίζονται και στηρίζονται η κοινοτική οικονομική οργάνωση, οι συνεργατικές οργανώσεις μικρών παραγωγών, οι οικονομικές οργανώσεις αγροτών και μικρών παραγωγών των πόλεων, ενώ διευκολύνεται η πρόσβαση σε τεχνικές ικανότητες και τεχνολογία, σε πιστώσεις, σε αγορές και σε τραπεζικές υπηρεσίες, και στηρίζεται η οργάνωση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών που είναι μορφές αλληλέγγυας και συλλογικής εργασίας.
Στο Εκουαδόρ, συγκροτήθηκε επίσης το 2006 μια Συντακτική Συνέλευση, που υιοθέτησε ένα νέο Σύνταγμα το οποίο αναγνωρίζει διάφορες μορφές οργάνωσης της οικονομίας, δημόσιες, ιδιωτικές, μικτές, οικογενειακές, οικιακές, αυτόνομες, κοινοτικές, συνεργατικές ή συνεταιριστικές. Ο νόμος για τη Λαϊκή και Αλληλέγγυα Οικονομία, θεωρείται οτι είναι κατά πάσα πιθανότητα το πιό αναπτυγμένο εργαλείο ανάπτυξης της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας σε όλη της περιοχή καθώς χαρακτηρίζει τις οργανώσεις της λαϊκής οικονομίας ως οργανώσεις που αποσκοπούν στο “να ικανοποιούν ανάγκες και να γεννούν εισοδήματα, βασιμένες σε σχέσεις αλληλεγγύης, συνεργασίας και αμοιβαιότητας, ευνοώντας την εργασία και τον άνθρωπο ως υποκείμενο και σκοπό της δραστηριότητας του, προσανατολισμένη στην ευημερία (buen vivir), σε αρμονία με τη φύση, πάνω από την ιδιοποίηση, τα κέρδη και τη συσσώρευση κεφαλαίου”. Καθορίζει αυτός ο νόμος οτι οι οργανώσεις που υπάγονται σε αυτόν επιδιώκουν α) την αναζήτηση της ευημερίας (buen vivir) και του κοινού συμφέροντος, β) την προτεραιότητα της εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο και των συλλογικών συμφερόντων σε σχέση με τα ατομικά, γ) το δίκαιο εμπόριο και την ηθική και υπέυθυνη κατανάλωση, δ) την ισότητα των φύλων, ε) το σεβασμό της πολιτιστικής ταυτότητας, στ) την αυτοδιαχείριση, ζ) την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη, την αλληλεγγύη και τη διαχείριση με διαφάνεια, η) την εξισωτική και αλληλέγγυα κατανομή των πλεονασμάτων. Μπορεί να εκτιμηθεί πώς “οι κινητοποιήσεις που συνόδευσαν τις διαδικασίες ορισμού αυτών των αλλαγών, δείχνουν οτι η θεσμοποίηση των νέων μορφών αλληλέγγυας οικονομίας αντιμετωπίζει και πρέπει να νικήσει ισχυρές δυνάμεις και συμφέροντα, ώστε να χρειάζεται ένα σχέδιο όχι μόνο κοινωνικό αλλά και πολιτικό που απαιτεί την εμπλοκή καθαρά πολιτικών οργανώσεων”[24].
Οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής που διασφάλισαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ύπαρξη ενός θεσμικού πλαισίου για την ΚΑΟ, έχουν αρνηθεί και έχουν ξεπεράσει τη νεο-φιλελεύθερη διαχείριση και έχουν υιοθετήσει ένα αναπτυξιακό μοντέλο το οποίο σε πολλές περιπτώσεις αποδέχεται την ΚΑΟ ως την κινητήρια δύναμη ενός κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, και την θεωρεί πάντως ως αναπόσταστο μέρος του. Πρόκειται για ένα ριζικά διαφορετικό περιβάλλον σε σχέση με την Ευρώπη, όπου οι πολιτικές λιτότητας στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης συνυπάρχουν με συστηματικές προσπάθειες οικοδόμησης μιας “κοινωνικής οικονομίας” που δεν συγκρούεται με αυτή τη διαχείριση αλλά αντίθετα την υπηρετεί. Η εμπειρία των παραπάνω χωρών της Λατινικής Αμερικής δείχνει επίσης οτι οι αγώνες για την αναγνώριση της σημασίας και του ρόλου της ΚΑΟ ήταν και είναι μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος, το οποίο έχει επηρεάσει τη διαμόρφωση των προγραμμάτων των πολιτικών κομμάτων που πραγματοποιούν τις πλέον ριζοσπαστικές αλλαγές. Σε χώρες μάλιστα όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία και το Εκουαδόρ, οι επιλογές της ΚΑΟ είναι και στρατηγικές επιλογές του θεσμικού καθεστώτος και του μοντέλου ανάπτυξης.

5. Η κρίση στην Ελλάδα, η ΚΑΟ και ο χαρακτήρας των κοινωνικών συγκρούσεων

Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, βρίσκεται στο ότι πρόκειται για μία χώρα όπου αφενός η οικονομική κρίση έχει πάρει ιστορικές διαστάσεις οδηγώντας στην κατάρρευση της οικονομίας και της κοινωνίας, και αφετέρου δεν υπάρχει αξιόλογη προηγούμενη εμπειρία μιας κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ούτε κινηματικές διαδικασίες που να έχουν ενσωματώσει τέτοιες πρωτοβουλίες. Το σύγχρονο συνδικαλιστικό κίνημα που συγκροτήθηκε στη δεκαετία του 80, ήρθε τότε σε σύγκρουση με αυτοδιαχειριστικές πρωτοβουλίες “προβληματικών” επιχειρήσεων, ενώ οι κοινωνικές κινητοποιήσεις κατά την περίοδο που ακολούθησε παρέμειναν διεκδικητικές απέναντι στην εργοδοσία και το κράτος, χωρίς να δημιουργηθεί ένας κοινωνικός χώρος πρωτοβουλιών ΚΑΟ με διάρκεια, πέρα από μεμονωμένες πρωτοβουλίες συλλογικής δράσης στον πολιτιστικό τομέα κυρίως. Παράλληλα, χάρη στη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων δημιουργήθηκαν μη κυβερνητικές οργανώσεις και παραγωγικοί συνεταιρισμοί (γυναικείοι συνεταιρισμοί) που ακόμα κι αν λειτούργησαν αποτελεσματικά δεν εντάχθηκαν σε ένα κίνημα το οποίο να επιδιώκει τη δημιουργία ενός οικονομικού και κοινωνικού χώρου, διατεθειμένου να παίξει ένα ρόλο σε σχέση με μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, και πόσο μάλλον να θέσει ζητήματα στρατηγικά για την οικονομία.
Από την άλλη μεριά όμως, οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από το 2010 οδηγούν σε κυριολεκτική κατάρρευση την παραγωγική δραστηριότητα και τους κοινωνικούς θεσμούς, διαμορφώνοντας έναν ευρύ χώρο φτώχειας, ανεργίας, ανασφάλειας και αβεβαιότητας για το μέλλον, όπου αναπτύσσονται πρακτικές επιβίωσης, και σε κάποιο βαθμό αλληλεγγύης, ο οποίος δεν πρόκειται να εξαλειφθεί ακόμα κι αν σταματήσει η καθοδική πορεία της οικονομίας. Το μέλλον και ο ρόλος της ΚΑΟ στην Ελλάδα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τη δυναμική που μπορεί να έχει η οικονομία τα επόμενα χρόνια, με την ύπαρξη ή όχι της δυνατότητας και της πρόθεσης των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων να ακολουθήσουν ένα νέο προσανατολισμό, που να στηρίζεται σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο θα επιφυλάσσει ένα νέο θεσμικό ρόλο στην ΚΑΟ, τουλάχιστον ώς μέρος μιας νέας κοινωνικής πολιτικής. Οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας σύμφωνα με αυτή την “παραδοσιακή” προσέγγιση, και διαμόρφωσης επομένως μιας επιχειρηματικής κατηγορίας η οποία θα θέσει νέους στόχους για την οικονομία, αλλά και για τις σχέσεις μεταξύ κοινωνικών τάξεων, δεν φαίνεται να υπάρχουν. Κατά κύριο λόγο επειδή τα διαδοχικά μνημόνια δεν έχουν μόνο αποδυναμώσει το παραγωγικό δυναμικό, αλλά έχουν ενισχύσει την κυριαρχία μιας οικονομικής ελίτ η οποία αναπαράγεται χάρη στις πολύπλευρες σχέσεις της με το πολιτικό προσωπικό, και επομένως χάρη στη σχέση της με τους εκπροσώπους των δανειστών. Ιστορικά, πρόκειται για τη νέα φάση της εξάρτησης της αναπαραγωγής της άρχουσας τάξης από τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού κατανομής πόρων και προνομίων, με το όποιο κόστος για την κοινωνία, που δεν μπορεί να ξεπεραστεί μέσω μιας ενδογενούς για την τάξη αυτή αλλαγής προσανατολισμού. Δυστυχώς όμως, και ταυτοχρόνως, οι μεγαλύτερες συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις παραμένουν κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας προσανατολισμένες στην τροποποίηση των κρατικών αποφάσεων και πολιτικών.
Από τη στιγμή που φαίνεται αδύνατη η ανάκαμψη της οικονομίας μέσω μιας μορφής νέου κοινωνικού συμβολαίου το οποίο θα ήταν και το αποτέλεσμα των κοινωνικών διεκδικητικών αγώνων, και στο οποίο θα χωρούσε ενδεχομένως η υποστήριξη της ΚΑΟ, χρειάζεται να αναζητηθεί ένα νέο σενάριο ανασυγκρότησης της οικονομίας και του θεσμικού πλαισίου κάλυψης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών. Το βασικό ρόλο για την υλοποίηση μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης πρέπει να αναλάβουν σε αυτές τις συνθήκες οι δημόσιες πολιτικές, και οι επενδυτικές δραστηριότητες που υποστηρίζονται από αυτές τις πολιτικές, είτε αφορούν δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, είτε αφορούν ιδιωτικές ή κοινωνικές επιχειρήσεις, ή ακόμα και υπηρεσίες στο πλαίσιο της ΚΑΟ. Η εμφάνιση μιας τέτοιας επιλογής ως πολιτικό σχέδιο (ως σχέδιο ενός πολιτικού κόμματος), αλλά και η ίδια η διαδικασία διαμόρφωσης του σχεδίου αυτού, δεν μπορεί παρά να είναι σε καθοριστικό βαθμό το προϊόν κοινωνικών αγώνων που έχουν κατορθώσει να συνδυάζουν την καταπολέμηση της νεοφιλελεύθερης αντζέντας με πρακτικές και προτάσεις οι οποίες θέτουν τις βάσεις μιας εναλλακτικής δημόσιας πολιτικής. Οι αγώνες αυτοί θα πρέπει να αποτελούν συνδυασμό ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΑΟ, κινητοποιήσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και κινητοποιήσεων σε δημόσιους οργανισμούς ή την τοπική αυτοδιοίκηση. Χρειάζεται επομένως να προωθηθούν παράλληλα όλες αυτές οι μορφές κοινωνικής παρέμβασης, μαζί με την προσπάθεια προγραμματικού συνδυασμού τους, που αποτελεί το προθάλαμο της διαμόρφωσης δημόσιων πολιτικών οι οποίες θα συνεχίσουν να βασίζονται στην ύπαρξη πρωτοβουλιών ΚΑΟ, συνδικαλιστικών οργανώσεων στον ιδιωτικό τομέα, και στο δημόσιο και αυτοδιοικητικό χώρο. Οι αντιστάσεις που θα συναντήσει μια τέτοια προοπτική, δεν είναι μόνο οι προσπάθειες του μνημονιακού κράτους να αναπτύξει τις δικές του ανταγωνιστικές δραστηριότητες “Κοινωνικής Οικονομίας”, αλλά και οι αντιστάσεις των εργοδοτών μέσω της επίθεσης κατά των συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως και οι αντιστάσεις κρατικών και αυτοδιοικητικών γραφειοκρατιών που υπερασπίζονται δικά τους συμφέροντα σε συνδυασμό με επιχειρηματικά, ή ακόμα και οι αντιστάσεις συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών.
Οι πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που έχουν εμφανιστεί, αποτελούν μορφές εκδήλωσης αλληλεγγύης και συνεργατικότητας, οι οποίες έχουν θέσει ζητήματα που δεν αφορούν μόνο μεμονωμένες αντιστάσεις απέναντι στην ανεργία και την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, αλλά και ευρύτερες πολιτικές που συνδέονται με την κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση. Το πιό καθαρό παράδειγμα είναι αυτό των κοινωνικών ιατρείων που ενώ προσφέρουν ιατρική φροντίδα σε ανασφάλιστους, έλληνες και αλλοδαπούς, θέτουν ανοιχτά το ζήτημα όχι μόνο της αύξησης των πόρων για την υγεία, αλλά και της αναμόρφωσης του συστήματος υγείας και της δημοκρατικής διαχείρισής του. Οι αλληλέγγυες διανομές τροφίμων που πραγματοποιούνται από κάποιους δήμους και από ανεξάρτητες πρωτοβουλίες πολιτών, θέτουν τις βάσεις για την αφιέρωση πόρων της τοπικής αυτοδιοίκησης σε προνοιακές δραστηριότητες, επηρεάζοντας ταυτοχρόνως τον εκδημοκρατισμό της διαχείρισης των δήμων. Στο χώρο του τύπου και της ενημέρωσης γενικά, οι συνεταιριστικές πρωτοβουλίες βρίσκονται στην πρωτοπορία των αγώνων για τον κοινωνικό έλεγχο στον τομέα των ΜΜΕ. Οι προσπάθειες δημιουργίας συνεταιριστικών επιχειρήσεων στη βιομηχανία, είναι κι αυτές πρωτοπόρες σε οτι αφορά το σχεδιασμό ενός θεσμικού πλαισίου και πολιτικών που θα στηρίξουν την ανασυγκρότηση της βιομηχανίας. Λόγω των άμεσα δημοκρατικών μορφών λειτουργίας τους, αυτές οι δομές, αποτελούν νησίδες καταγραφής πραγματικών αναγκών, αλλά και ανασχεδιασμού πολιτικών. Το ίδιο ισχύει και σε τοπικές οργανώσεις αντίστασης σε περιβαλλοντικές καταστροφές, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις περνάνε στο στάδιο του σχεδιασμού εναλλακτικών σχεδίων. Στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας, και παρά την περιορισμένη ακόμα ανάπτυξη της ΚΑΟ, οι δομές αυτές, αλλά και πολλές κινηματικές πρωτοβουλίες για το περιβάλλον, αποτελούν πρωτοποριακές κινήσεις οι οποίες συνδυάζουν πρακτικές αλληλεγγύης με επεξεργασίες νέων κατευθύνσεων πολιτικών, που απουσιάζουν κατά κανόνα από άλλες μορφές κοινωνικών κινητοποιήσεων. Οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία τοπικών νομισμάτων ή τραπεζών χρόνου, που έχουν επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα, αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη εναλλακτικών νομισμάτων, τα οποία είναι η αιχμή της κοινωνικής δράσης κατά του ελέγχου της νομισματικής κυκλοφορίας και της ρευστότητας από το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα.
Ανεξάρτητα από το βαθμό ανάπτυξής τους και από τη δυνατότητα συμβολή τους στην προγραμματική επεξεργασία, οι πρωτοβουλίες ΚΑΟ παίζουν επίσης ένα σημαντικό ρόλο για την αμφισβήτηση κοινωνικών ιεραρχιών και ανισοτήτων που είναι το προϊόν της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης των τελευταίων δεκαετιών και της μνημονιακής περιόδου, και τείνουν να αναπαραχθούν ακόμα και στο πλαίσιο αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων. Καθώς οι περισσότερες μορφές ΚΑΟ δίνουν προτεραιότητα στην κάλυψη αναγκών που τις αναλαμβάνουν άτομα τα οποία είτε προσαρμόζουν ωράρια εργασίας και αμοιβές σε αυτές τις ανάγκες, είτε υιοθετούν πρακτικές ισότητας ως προς την κατανομή των αμοιβών σε χρήμα ή σε είδος, συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός χώρου δραστηριοτήτων όπου επανακαθορίζονται οι ανάγκες, ενώ συζητούνται από την αρχή οι αντιστοιχίες εργασίας και αμοιβής και οι ιεραρχίες των αμοιβών. Αυτός ο κοινωνικός χώρος προσφέρεται και για τη νέα οικονομική δραστηριοποίηση και κοινωνική ένταξη ομάδων μισθωτών ή επαγγελματιών που έχουν γνωρίσει μια μεγάλη επιδείνωση της κοινωνικής τους θέσης (π.χ. μηχανικοί και δημοσιογράφοι) και ανακαλύπτουν τις δυνατότητες που προσφέρει ο αναπροσανατολισμός τους σε αλληλέγγυες δραστηριότητες, και από την άποψη της δημιουργικότητας των συλλογικών μορφών εργασίας. Όπως και για τη δραστηριοποίηση νέων επιστημόνων και νέων πτυχιούχων εν γένει, που μπορούν και αυτοί να ανακαλύψουν την οικονομική δυναμική των μορφών ΚΑΟ, αλλά και τις πολύ μεγάλες καινοτομικές τους δυνατότητες.
Καθώς οι πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο ως προς τον επανακαθορισμό των αναγκών, την επεξεργασία νέων κατευθύνσεων για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, αλλά και για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, είναι αναγκαία η υποστήριξη της ανάπτυξης τέτοιων πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς, και η υποστήριξη της συνεργασίας τους με άλλες μορφές κοινωνικών κινητοποιήσεων και η αξιοποίηση της εμπειρίας τους για τη συστηματική κατά τομείς προγραμματική προσέγγιση της ανασυγκρότησης. Καθώς όμως δεν έρχεται να παίξει η ΚΑΟ έναν συμπληρωματικό ρόλο σε σχέση με ένα υπαρκτό κοινωνικό συμβόλαιο και σχέδιο ανάπτυξης, ενώ το σχέδιο ανασυγκρότησης πρέπει να είναι το προϊόν μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας λαϊκών και μεσαίων τάξεων, η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ΚΑΟ θα είναι ένας κρίσιμος παράγοντας σχετικά με τη διαμόρφωση του αναγκαίου συσχετισμού δυνάμεων. Η υποστήριξη της δημιουργίας δομών ΚΑΟ είναι ταυτοχρόνως και η διαμόρφωση ενός πεδίου ανάπτυξης της ευρηματικότητας και της δημιουργικότητας χιλιάδων νέων ή λιγότερο νέων, ανέργων, ημιαπασχολούμενων, ή απασχολούμενων σε δραστηριότητες που δεν αντιστοιχούν στις γνώσεις και τα προσόντα τους. Σε μια οικονομία όπου έχει καταστραφεί ο παραγωγικός ιστός και το κοινωνικό κράτος, η ΚΑΟ είναι και το πεδίο επανεμφάνισης και επανακαθορισμού τόσο των αναγκών όσο και της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών. Είναι τέλος και η δημιουργία ενός κοινωνικού χώρου που μπορεί να ασκήσει πίεση στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την τοπική αυτοδιοίκηση και τις δημόσιες υπηρεσίες, σχετικά με τις συνολικές πολιτικές που απαιτεί η παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση.



6. Δράσεις υποστήριξης της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Η προγραμματική επεξεργασία σχετικά με τις δράσεις υποστήριξης της ΚΑΟ αφορά πρίν απ’όλα την τρέχουσα δραστηριότητα και στη συνέχεια την επεξεργασία του κυβερνητικού προγράμματος. Η εμφάνιση πρωτοβουλιών της ΚΑΟ είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη και τόσο η συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση της διαδικασίας αυτής, όσο και η υιοθέτηση οργανωτικών δομών και εργαλείων για την υποστήριξη της, έχουν έναν επείγοντα χαρακτήρα λόγω της σημασίας που έχει στις σημερινές συνθήκες η υποστηριξη πρωτοβουλιών αυτοοργάνωσης και κινηματικών πρωτοβουλιών εν γένει. Η δραστηριότητά μας αφορά αφενός τις οργανωτικές αποφάσεις, και αφετέρου, τις διάφορες κατευθύνσεις προς τις οποίες μπορεί να αναπτυχθούν πρωτοβουλίες ΚΑΟ.
Σε οτι αφορά τις οργανωτικές αποφάσεις εκτιμάται οτι είναι αναγκαία τα εξής:
- συγκρότηση σε κεντρικό  επίπεδο (με επέκταση στη συνέχεια στην περιφέρεια) μιας δομής υποστήριξης των οργανώσεων από νομική άποψη, από την άποψη της διαμόρφωσης ενός οικονομικού σχεδίου, και σε οτι αφορά τη μεταφορά προηγούμενων εμπειριών,
- δημιουργία μιας μόνιμης ομάδας μελέτης και τεκμηρίωσης σχετικά με τα θέματα της ΚΑΟ,
- οργάνωση συστηματικών συναντήσεων των ομάδων του Σύριζα που ασχολούνται με την ΚΑΟ, με συντρόφους σε τοπική αυτοδιοίκηση, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κοινωνικές υπηρεσίες, δημόσιες υπηρεσίες, δημόσιες επιχειρήσεις κλπ, που με κάποιο τρόπο αντιμετωπίζουν ζητήματα σχέσεων με οργανώσεις κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας (θα ήταν χρήσιμες και συναντήσεις με τους υπηρεσιακούς παράγοντες σε όλες αυτές τις περιπτώσεις),
- οργάνωση διαδοχικών συναντήσεων με τμήματα του Σύριζα για την προετοιμασία μια 2ης διατμηματικής.
Σε ότι αφορά τις κατευθύνσεις προς τις οποίες μπορούμε να ενθαρρύνουμε την ανάληψη πρωτοβουλιών, μετά από συζητήσεις με τα αντίστοιχα τμήματα:
- Υποστήριξη της δημιουργίας κοινωνικών ιατρείων και φαρμακείων, ή άλλων δομών προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών από εργαζόμενους σε αυτές τις υπηρεσίες
- Διεκδίκηση πόρων από την τοπική αυτοδιοίκηση για την οργάνωση προνοιακών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη εθελοντικών πρωτοβουλιών
- Υποστήριξη της δημιουργίας συνεταιρισμών καταναλωτών σε τοπικό επίπεδο και εξασφάλιση της απόσκοπτης λειτουργίας αγορών “χωρίς μεσάζοντες”
- Υλοποίηση προγράμματος αξιοποίησης μη καλλιεργημένης γής από νέους αγροτικούς συνεταιρισμούς
- Εξασφάλιση της δυνατότητας αξιοποίησης εγκαταλειμένων παραγωγικών εγκαταστάσεων στη μεταποίηση ή τις υπηρεσίες, από συνεταιρισμούς εργαζομένων ή ανέργων
- Εξασφάλιση της δυνατότητας αξιοποίησης εγκαταλειμένων κτιρίων σε αστικές ή τουριστικές περιοχές από συνεταιρισμούς εργαζομένων και ανέργων, στο πλαίσιο πολιτικών στέγασης, ή πολιτικών τουριστικής ανάπτυξης
- Υποστήριξη στο πλαίσιο μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής των τοπικών συνεταιρισμών ανάπτυξης ΑΠΕ, ανακύκλωσης, ή αποκατάστασης πληγέντων περιοχών
- Αξιοποίηση των δυνατοτήτων υποστήριξης των τοπικών παράλληλων νομισμάτων.

[ΠΛΡ 23-8-13]


[1] Γιώργος Λιερός, Υπαρκτός καινούργιος κόσμος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2012, σελ.47
[2] Danièle Demoustier, Gabriel Colletis, L’économie sociale et solidaire face à la crise: simple résistance ou participation au changement?, Revue International de l’Économie Sociale, No 325, 2012, σελ.28
[3] ό.π. σελ.28
[4] Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν, Γνώση και εργασία, http://withinthemultitude.blogspot.gr/p/blog-page_4815.html
[4] Toni Negri, Carlo Vercellone, Le rapport capital/travail dans le capitalisme cognitif, Multitudes 32, 2008
[5] Alfonso Vázquez San Román, Trabajo cognitivo, cooperación, democracia, στο Antoni Comín Oliveres y Luca Gervasoni Vila (coords), Democracia Económica, Icaria Barcelona, 2009, σελ. 271
[6] Geneviève Azam, Économie Sociale tiers secteur, économie solidaire, quelles frontières?, La Découverte-Revue du Mauss, 2003-1, σελ.158
[7] Jean-Louis Laville, Agir à gauche: l’économie sociale et solidaire, Desclée de Brouwer, Paris 2011, σελ.29
[8] Philippe Frémeaux, La nouvelle alternative? Enquete sur l’économie sociale et solidaire, Les petits matins, Paris 2011, σελ.37
[9] Jean-Louis Laville, ό.π. σελ.30-31
[10] Philippe Frémeaux, .ο.π. σελ.34
[11] Antoni Comín Oliveres y Luca Gervasoni Vila (coords), Democracia Económica, Icaria Barcelona, 2009, βλ την Εισαγωγή
[12] Philippe Frémeaux, σελ.107
[13] Jean-Louis Laville, σελ.73
[14] Τάκης Νικολόπουλος, Δημήτρης Καπογιάννης, Εισαγωγή στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, Εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2012, σελ.108-109
[15] Jordi Garcia Jané, La economia solidaria: sustento y esperanza, Revista de economia solidaria No 2, Dezembro 2010, σελ.37
[16] José Luis Coraggio, La presencia de la economia social y solidaria (ESS) y su institucionalizacion en America Latina, ομιλία στο συνέδριο Estados Generales de la Economia Social y Solidaria, Παρίσι Ιούνιος 2011, σελ.2
[17] ό.π. σελ.2-3
[18] ό.π. σελ.4
[19] ό΄.π. σελ.6
[20] ό.π. σελ.6-7
[21] ό.π΄. σελ.8
[22] ό.π. σελ.10
[23] ό΄.π΄. σελ.13

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου