Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Τι συμβαίνει με την «ανάκαμψη»;

Η προοπτική της ανάκαμψης της οικονομίας εμφανίζεται από πολλές πλευρές ως το αντίπαλο δέος των πολιτικών του Μνημονίου και των αρνητικών τους επιπτώσεων για την οικονομία και την απασχόληση. Τι είναι όμως πραγματικά μια τέτοια προοπτική; Μια πραγματική εναλλακτική στρατηγική; Το φώς στην άκρη του τούνελ; Μια δικαιολογία για πολιτικές με οικονομικό και κοινωνικό κόστος, ή για επιχειρηματικά αιτήματα;
Όταν μιλάμε για ανάκαμψη εννοούμε βέβαια την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς αύξησης του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ), έστω και χαμηλούς. Πώς βλέπει το ζήτημα αυτό η τρόϊκα; 
Χοντρικά βλέπει τις εξελίξεις σε δύο στάδια. Το πρώτο είναι η προοδευτική μείωση του δημοσίου ελλείμματος και η μείωση με αυτό τον τρόπο της ζήτησης της οικονομίας, που προκαλεί μια παρατεταμένη ύφεση, τη συνεχή δηλαδή μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Βέβαια η μείωση του ελλείμματος δεν πραγματοποιείται κυρίως με αύξηση των δημοσίων εσόδων, όσο με μείωση των δαπανών και ειδικότερα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Επειδή τα έσοδα αυξάνονται αργά λόγω ύφεσης, λόγω ανεπάρκειας των εισπρακτικών μηχανισμών και λόγω απεργίας απόδοσης ΦΠΑ των επιχειρηματιών, διαφαίνεται η προοπτική περαιτέρω επιβάρυνσης των δημοσίων δαπανών.
Το δεύτερο στάδιο θα είναι (θεωρητικά) η μείωση του ελλείμματος και η διαμόρφωση ενός πλεονάσματος που θα επιτρέπει την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους χωρίς περαιτέρω αλλαγές στα έσοδα ή τις δαπάνες. Από αυτό το σημείο και μετά είναι δυνατή η «ανάκαμψη». Κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου υπάρχουν μέτρα και πολιτικές που μπορούν να έχουν μικρό αναπτυξιακό αποτέλεσμα χωρίς όμως να οδηγήσουν σε ανάκαμψη: πρόκειται για την ενεργοποίηση του ΕΣΠΑ (οι ευρωπαϊκοί πόροι), την τόνωση της ρευστότητας των επιχειρήσεων από τις τράπεζες και την αξιοποίηση μιας ανάκαμψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο για αύξηση των εξαγωγών. Η τελευταία αυτή εξέλιξη είναι αναιμική και ελάχιστα επηρεάζει την οικονομία. 
Σχετικά με την ολοκλήρωση του δευτέρου σταδίου (ως τη δημιουργία πλεονάσματος του δημοσίου) θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: εφόσον η μείωση του ελλείμματος και η μετατροπή του σε πλεόνασμα δεν εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από την αύξηση της φορολογίας εισοδήματος, πλήττει περισσότερο την απασχόληση και τα εισοδήματα των μισθωτών. Και η διαδικασία αυτή μπορεί να επιμηκυνθεί σε σχέση με το σενάριο της τρόϊκας (δεν μαζεύονται οι φόροι και η μείωση των δαπανών δεν μπορεί να είναι σαρωτική), ενώ θα έχει επιπλέον σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Με άλλα λόγια για να ξεπληρώνεται το χρέος στις τράπεζες, καταστρέφεται ή αδρανοποιείται μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού, για να ξαναρχίσει από την αρχή η προσπάθεια ανοικοδόμησής του με την «ανάκαμψη». Η άρνηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να δεχθεί την παραγραφή μεγάλου μέρους του χρέους των δημοσίων ταμείων, οδηγεί στη συρρίκνωση των παραγωγικών συστημάτων και στην ανάγκη επανασυγκρότησής τους. 
Απέναντι στη λογική της τρόϊκας έχει αρχίσει να συγκροτείται μια στρατηγική του επιχειρηματικού κόσμου, η οποία διαμορφώνεται υπό την καθοδήγηση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ). Η πραγματικότητα και η προοπτική μιας συνέχειας της ύφεσης οδηγεί σε κλείσιμο επιχειρήσεων, μείωση κερδών και σε αντιδράσεις που δεν στρέφονται κατά της υφεσιακής πολιτικής, αλλά κατά της φορολογικής πολιτικής. Ο ΣΕΒ στην ουσία λέει καλό είναι το μνημόνιο, αλλά αντί να επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις με τις νέες φορολογίες και να μειώνουμε τα κέρδη τους, ή και να οδηγούνται οι οριακές σε χρεοκοπία , είναι προτιμώτερο να μειωθούν κι άλλο οι δημόσιες δαπάνες, και να επιβαρυνθούν οι εργαζόμενοι , οι πολίτες και οι δημόσιοι υπάλληλοι ειδικά. Πίσω από αυτό το συλλογισμό υπάρχει η παλιά καλή ιδέα ότι τα κέρδη φέρνουν επενδύσεις και επομένως συμβάλουν στην «ανάκαμψη». Έχουμε όμως πίσω μας μια 15ετία ταχείας μεγέθυνσης της οικονομίας, με ρεκόρ κερδών με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, που δεν οδήγησαν σε έκρηξη των παραγωγικών επενδύσεων, αλλά ούτε και σε επενδύσεις που βελτίωσαν τη διεθνή θέση της οικονομίας, καθώς διευρύνθηκε η ελλειμματικότητα της.
Η παρέμβαση του ΣΕΒ για να εκφράσει και να συσπειρώσει τη δυσαρέσκεια του κόσμου των επιχειρήσεων με την ευρεία έννοια, δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ή να θεωρηθεί μια παρέμβαση από κεκτημένη ταχύτητα. Πρόκειται για μια οξυδερκή πρωτοβουλία η οποία επιδιώκει να προσφέρει μια πολιτική γραμμή πλεύσης σε μεγάλες μάζες μεσαίων και μικρών επιχειρηματιών που πλήττονται σοβαρά από την ύφεση και θα μπορούσαν να βγουν κάποια στιγμή και στους δρόμους. Συμβάλει κυρίως στην αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών, στην νομιμοποίηση του νέου καθεστώτος μέσω της ενισχυμένης υποστήριξης επιχειρηματικών στρωμάτων, για να καλυφθεί το κενό νομιμοποίησης που αφήνει η συνεχιζόμενη σαρωτική επίθεση κατά της μισθωτής εργασίας.
Ποια μπορεί να είναι μια εναλλακτική κατεύθυνση πολιτικών; Από τη στιγμή που δεν υπάρχει, σε εθνικό και κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο συσχετισμός που θα μπορούσε να επιβάλει στις τράπεζες τη διαγραφή μεγάλου μέρους των δημοσίων χρεών στην Ευρώπη, η μόνη κατεύθυνση είναι μια αμυντική στρατηγική η οποία θα έχει στο επίκεντρό της την αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος των ανώτερων και μεσαίων εισοδημάτων και προς όφελος των κοινωνικών πολιτικών και των αναπτυξιακών παρεμβάσεων. Μια τέτοια αναδιανομή μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία ανάδειξης ενός πλεονάσματος στο δημόσιο τομέα, αλλά και εξεύρεσης πόρων για την κοινωνική προστασία και τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως και για την ενίσχυση της επενδυτικής πολιτικής για το περιβάλλον και την οικονομία.
Ακόμα κι αν αναγκαστεί ένας τέτοιος προσανατολισμός να υλοποιηθεί παράλληλα, σε μια πρώτη φάση, με τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, θα μεταφέρει πόρους από τα υψηλότερα στα χαμηλότερα εισοδήματα και επομένως θα ενισχύσει τη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες, στηρίζοντας την απασχόληση. Θα μετατρέψει ένα μέρος της κατανάλωσης των υψηλών εισοδημάτων, σε δαπάνες μισθοδοσίας στις αναβαθμισμένες κοινωνικές υπηρεσίες, σε αξιοπρεπή επιδόματα ανεργίας, ή σε επενδύσεις υποδομών που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.
Ακόμα επομένως κι αν συνεχίζει να υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα δημοσίου χρέους, υπάρχει μια οδός προς την εξισορρόπηση των δημοσίων οικονομικών και την εξεύρεση πόρων για να υπάρξει ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία θα σεβαστεί τις αναγκαίες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιλογές. Αλλά και για να αντισταθεί η κοινωνία - η ελληνική και η ευρωπαϊκή - στις επιταγές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα πρέπει να αποκτήσει νέες δυνάμεις και νέες ιδέες μέσα από την οικοδόμηση συσχετισμών στο σύνολο των θεμάτων που στρέφονται γύρω από τη διαχείριση του πλούτου προς όφελος μιας βιώσιμης ανάκαμψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου