Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Ευημερία χωρίς ανάπτυξη: η μετάβαση προς μια βιώσιμη οικονομία

Πώς επηρεάζεται η προσέγγιση των οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων από το σύνολο των ορίων και αναγκών που συνδέονται με την άμβλυνση και αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; Το πεδίο αυτό προβληματισμού εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά της θεματολογίας για το μέλλον της λεγόμενης “οικονομικής ανάπτυξης”: υπάρχει από τη μια μεριά μια πλούσια και παλιά βιβλιογραφία, και σήμερα εργάζονται πάνω στις πλευρές αυτού του θέματος στρατιές ερευνητών. Από την άλλη μεριά όμως επικρατεί μια μεγάλη σύγχηση σε οτι αφορά τις πολιτικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι αναζητήσεις. Η αβεβαιότητα ως προς την πραγματικότητα του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, η συνεχιζόμενη επιδίωξη της ανάπτυξης και μεγέθυνσης του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος, η εδραιωμένη πεποίθηση οτι η ευημερία και τα κοινωνικά δικαιώματα είναι συνάρτηση αυτής της μεγέθυνσης, συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις επιλογές αλλά και τις πρακτικές, χωρίς να ξεχνάμε την περαιτέρω σύγχηση που έχουν προκαλέσει τα δόγματα που έχει εγκαθιδρύσει ο νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή η παντοδυναμία της αγοράς, η αναγκαιότητα του κέρδους και το δικαίωμα των πλουσίων να γίνουν πλουσιώτεροι. 
Στο βιβλίο για την “ευημερία χωρίς ανάπτυξη” (Prosperity without Growth, Economics for a Finite Planet), ο Tim Jackson, επίτροπος για τα οικονομικά θέματα στην βρεταννική Επιτροπή Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Commission), πραγματοποιεί μια αναγκαία σύνθεση και πετυχαίνει πολλούς διαφορετικούς στόχους. Ξεκαθαρίζει πριν απ’όλα το τοπίο για το τι συμβαίνει με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στο όνομα της κλιματικής αλλαγής, επιβεβαιώνοντας αφενός την αναγκαιότητά τους, και εξηγώντας τα αίτια της ανεπαρκούς επεξεργασίας τους και των πολύ ανεπαρκών αποτελεσμάτων τους. Εντοπίζει και αναλύει τις προϋποθέσεις μιας αλλαγής προσέγγισης των οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων, ώστε να είναι δυνατή η χάραξη και υλοποίηση μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Παρουσιάζει τις προϋποθέσεις μια “νέας μακροοικονομικής θεωρίας”, ικανής να στηρίξει την ολοκληρωμένη προσέγγιση της περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας. Εμφανίζει, τέλος, τις κύριες κατευθύνσεις μιας τέτοιας στρατηγικής, που συνεπάγεται πολύ διαφορετικές πολιτικές από αυτές που υλοποιούνται τώρα, όχι μόνο στον τομέα του περιβάλλοντος. 
Η συζήτηση για τους στόχους των πολιτικών που αφορούν την κλιματική αλλαγή, περιπλέκεται σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τη συνύπαρξη τριών μεγάλων προβλημάτων. Το πρώτο πρόβλημα είναι η καταλληλότητα των ορίων που συζητούνται και αποφασίζονται σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Πρίν απ’όλα τα αναγκαία όρια: η έκθεση Στέρν του 2006 έθεσε ως όριο της περιεκτικότητας της ατμόσφαιρας για να κρατηθεί η αύξηση της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς, τα 550 ppm (μέρη ανά εκατομύριο), αλλά η τέταρτη έκθεση του IPCC (της διακυβερνητικής επιτροπής για την κλιματική αλλαγή του ΟΗΕ) εκτίμησε οτι για τον ίδιο στόχο απαιτούνται 450 ppm, και αυτό σημαίνει οτι πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές κατά 85% από το 1990 ως το 2050, ενώ υπάρχουν και πιό περιοριστικές εκτιμήσεις. Στη συνέχεια έρχεται η καταλληλότητα των στόχων λ.χ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η μείωση κατά 20% των εκπομπών ως το 2020, θεωρείται πλέον ανεπαρκής και το 40% πολύ πιό ρεαλιστικός στόχος αν θέλουμε φυσικά να φθάσουμε σε μείωση γύρω στο 85% ή παραπάνω, ως το 2050.
Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι η αποτελεσματικότητα και η συστηματική αξιολόγηση των πολιτικών που προσπαθούν να πετύχουν περιοριστικούς στόχους. Η δημιουργία της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών στην Ευρώπη και ο μηχανισμός CDM (clean development mecanism - μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης) του ΟΗΕ, που επιτρέπει στις χώρες του Βορρά να συνυπολογίζουν ως δικές τους, μειώσεις εκπομπών στο Νότο, είναι εργαλεία τα οποία δεν φαίνεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά επιπλέον δεν αξιολογούνται διεξοδικά και αξιόπιστα ώστε να εκτιμηθεί ποιά είναι πραγματικά τα αποτελέσματά τους. Και ένα τρίτο πρόβλημα είναι οτι, τα σχόλια και η ειδησεογραφία ως προς τους στόχους και τις πολιτικές, επηρεάζονται σε καθοριστικό βαθμό από τα πολλά συμφέροντα που πλήττονται, ή πρέπει να αλλάξουν προσέγγιση (τις εταιρίες πετρελαίου φυσικά, αλλά και τις “πράσινες” επιχειρήσεις, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μεγάλων βιομηχανιών, ή τις εταιρίες παραγωγής ηλεκτρισμού που υπερθεματίζουν σχετικά με την ανάπτυξη της πολύ αμφίβολης υπόγειας αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα). Δύσκολα μπορεί κανείς να εμπιστευθεί μια πηγή πληροφόρησης ή μια τοποθέτηση, και να θεωρήσει οτι εκφράζει το δημόσιο συμφέρον.
Ο συγγραφέας επιδιώκει στη συνέχεια να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η μεγέθυνση του προϊόντος και η συνεχής ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού θεωρείται από την πλειοψηφία των ανθρώπων ως ο μόνος πραγματικός ορίζοντας για την οικονομία. Παρουσιάζει τρίς εδραιωμένες απόψεις που χαρακτηρίζουν τον σημερινό κόσμο. Η πρώτη είναι οτι η ευημερία είναι μια προϋπόθεση της ευτυχίας, χωρίς βέβαια να είναι συνώνυμη με αυτήν. Η δεύτερη είναι οτι η οικονομική μεγέθυνση συνδέεται με την κατοχύρωση ορισμένων βασικών δικαιωμάτων, όπως η υγεία και η εκπαίδευση. Η τρίτη είναι οτι η μεγέθυνση του προϊόντος θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Από τη στιγμή που σταματάει η ανάπτυξη και η οικονομία απλώς αναπαράγεται (μηδενική μεγέθυνση) τότε κάθε αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε αύξηση της ανεργίας και επομένως μόνο η συνέχιση της μεγέθυνσης μπορεί να επαναφέρει την αύξηση της απασχόλησης και την απορρόφηση των ανέργων. Η απλή ιδέα οτι η συνέχιση των θετικών ρυθμών της οικονομίας, αλλά και καταστροφής του περιβάλλοντος, δεν μπορεί να συνεχιστεί, και πρέπει κάποτε να προσαρμοστεί η εξέλιξη του παραγωγικού δυναμικού στη διαφύλαξη (αλλά και την αποκατάσταση) του φυσικού κεφαλαίου του πλανήτη, έρχεται σε άμεση σύγκρουση με αυτό που αποτελεί την κοινωνική εμπειρία (αλλά και την ιστορία των κοινωνικών αγώνων), των κατοίκων του πλανήτη.
Μια απο τις απαντήσεις που έχουν δοθεί από την πλευρά των υποστηρικτών της μεγέθυνσης, που αναγνωρίζουν όμως το πρόβλημα της καταστροφής του περιβάλλοντος, είναι οτι είναι δυνατή μια αποσύνδεση της ανάπτυξης από την αύξηση της ροής πρώτων υλών, μέσω κατά κύριο λόγο της τεχνολογικής εξέλιξης. Είναι βέβαια αλήθεια οτι πραγματοποιείται διαχρονικά μια πτώση της ενεργειακής έντασης της οικονομίας, οτι η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται πιό αργά από το προϊόν της οικονομίας. Παρόλ’αυτά αυξανόταν ως τώρα οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου καθώς το προϊόν αυξανόταν ταχύτερα. Πρόκειται για μια σχετική αποσύνδεση και όχι για μια απόλυτη αποσύνδεση, όπως αυτή που υποστηρίζουν όσοι προβλέπουν μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές στο μέλλον. Η ελπίδα οτι μπορούν να γίνουν τέτοιες αλλαγές μετά από ένα χρονικό διάστημα, παραβλέπει οτι η ανάγκη μείωσης της παραγωγής ενέργειας από ορυκτές πρώτες ύλες, παράλληλα με τη δραστική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, είναι θέματα του παρόντος για τα οποία πρέπει να βρεθούν επειγόντως λύσεις. Και αυτές οι λύσεις πρέπει να έχουν στόχους και χρονοδιάγραμμα.
Ο Tim Jackson υποστηρίζει οτι χρειάζεται μια νέου τύπου μακροοικονομική θεωρία, η οποία θα βασιστεί στην αρχή οτι η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να παραμείνει στο εσωτερικό των οικολογικών ορίων και όχι να τα παραβιάζει, ενώ η οικονομική σταθερότητα δεν θα χρειάζεται τη συνεχή αύξηση της κατανάλωσης, και η αύξηση της δυνατότητας να ορίζουμε τις ζωές μας (κατά τον Αμάρτυα Σέν) θα αποτελεί το ισχύον κριτήριο της ευημερίας. Η νέα αυτή θεωρία πρέπει να υποστηρίζει την απελευθέρωση πόρων για την πραγματοποίηση με εντατικούς ρυθμούς επενδύσεων που θα εξασφαλίσουν καθαρές πηγές παραγωγής ενέργειας, και θα αποκαταστήσουν το φυσικό κεφάλαιο (θα πληρώσουν το χρέος προς το περιβάλλον), και υποστηρίζει επίσης τη στροφή προς την αύξηση της απασχόλησης σε υπηρεσίες μη υλικές στον κοινωνικό τομέα και την παραγωγή γνώσης, παράλληλα με τη μείωση του χρόνου εργασίας, ώστε να καταπολεμηθεί και με αυτό τον τρόπο η ανεργία που θα προκαλέσει η επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης. Αυτός ο μετασχηματισμός της οικονομίας θα απαιτήσει πολλούς πόρους, οι οποίοι θα προέλθουν αναγκαστικά και από τη μείωση της κατανάλωσης, διότι πρέπει να πραγματοποιηθεί με ταχείς ρυθμούς. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα περιορισμένης διάρκειας “παράθυρο βιωσιμότητας”, το οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί.
Οι επενδύσεις που πρέπει να γίνουν είναι τριών ειδών. Πρώτον, οι επενδύσεις που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης των πόρων (την ενεργειακή αποδοτικότητα, τη μείωση των αποβλήτων και την ανακύκλωση). Δεύτερον, οι επενδύσεις που αντικαθιστούν παραδοσιακές με καθαρές τεχνολογίες (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Καί τρίτον, οι επενδύσεις για τη βελτίωση του οικοσυστήματος. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των επενδύσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί με λογικές δημοσίου συμφέροντος, καθώς οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορεί εν μέρει μόνο να έχουν ανταγωνιστικές αποδόσεις, με τις υπόλοιπες να είναι μακροχρόνιας απόδοσης επενδύσεις, οι επενδύσεις σε υποδομές είναι και αυτές μακροχρόνιας απόδοσης, και οι επενδύσεις για την αποκατάσταση του οικοσυστήματος δεν συμμετέχουν στην προσφορά της οικονομίας, αποτελούν απλώς μια δαπάνη. Οι αλλαγές στις επενδυτικές πολιτικές θα πρέπει να είναι επομένως θεαματικές, να περάσουμε πολύ γρήγορα στο σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών που θα αναλάβουν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας που θα υλοποιήσει περιβαλλοντικούς στόχους.
Διαμορφώνονται έτσι τα εξής πεδία για τη δημιουργία του νέου οικονομικού μοντέλου: ο καθορισμός των ορίων που πρέπει να τεθούν σε ότι αφορά τους φυσικούς πόρους και τις εκπομπές, η προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου σε αυτές τις ανάγκες, και η αλλαγή της κοινωνικής του λογικής. Χρειάζεται να τεθούν πραγματικά τα φθίνονται όρια των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, να υπολογιστεί επομένως η κατανάλωση ενέργειας σε συνδυασμό με την παραγωγή των ανανεώσιμων πηγών, αλλά και να υπολογιστεί η προστασία των υπογείων υδάτων σε συνδυασμό με την ανακύκλωση σε αυτό τον κλάδο, να τεθούν όρια για τα απόβλητα, να υπάρξουν στόχοι για τους φυσικούς πόρους, λ.χ. την αποκατάσταση των δασών και της βιοποικιλότητας. Δεν πρόκειται προφανώς μόνο για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ούτε για την απλή ανακοίνωση προθέσεων. Πρόκειται μάλλον για ένα συστηματικό σχέδιο που αφορά ένα ευρύ φάσμα ποσοτικοποιημένων επιδιώξεων. 
Η προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου αφορά κατά κύριο λόγο τη μετάβαση προς δραστηριότητες “καθαρές” και δραστηριότητες εντάσεως εργασίας, με έμφαση την προσαρμογή των κτηρίων στις νέες ανάγκες (μόνωση, φωτοβολταϊκά), την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την επέκταση των μαζικών μέσων μεταφοράς και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων προστασίας του οικοσυστήματος. Η αλλαγή της κοινωνικής λογικής του μοντέλου απαιτεί το μοίρασμα της διαθέσιμης εργασίας, την καταπολέμηση των συστημικών ανισοτήτων μέσω της φορολογίας, του καθορισμού κατώτερων και ανώτερων αμοιβών, της πρόσβασης στην ποιοτική εκπαίδευση, της καταπολέμησης των διακρίσεων, καθώς και την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου, την απελευθέρωση των δυνατοτήτων όλων και την αποδόμηση της κουλτούρας του καταναλωτισμού.
Το βιβλίο του Tim Jackson είναι πριν απ’όλα μια έκθεση ενός συστήματος θεμάτων που συνδέονται με την αντιμετώπιση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής. Πολλών θεμάτων που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν παράλληλα και αποτελεσματικά μέσα σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Πολλοί είναι οι συγγραφείς (η Susan George λ.χ.) που έχουν συγκρίνει τη σημερινή εποχή με τα χρόνια κατά τα οποία μια μεγάλη οικονομία, όπως αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών, μετασχηματίστηκε για να προσαρμοστεί στις ανάγκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι πάντως αναγκαίο σήμερα να γνωρίζουμε όχι μόνο καλύτερα αλλά με ακρίβεια για τι μιλάμε, να έχουμε θεσμούς που μπορούμε να εμπιστευθούμε για την υλοποίηση και αξιολόγηση πολιτικών, να έχουμε μια κοινωνία πρόθυμη να αλλάξει συμπεριφορές, να δεχθεί την αλληλεγγύη ως υπερτατη αρχή και να πειθαρχήσει σε ένα σχέδιο δράσης που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο ζωής μας. Η απόσταση που μας χωρίζει από μια τέτοια κοινωνική συστράτευση είναι δυστυχώς πολύ μεγάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου