Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Να ενισχυθεί η πρωτοπορία του Σύριζα στην Ευρώπη


Μετά τον συμβιβασμό του 2015, όταν ο Σύριζα αναγκάστηκε να αποδεχθεί ένα συντριπτικό συσχετισμό δυνάμεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κανένα αριστερό κόμμα στην Ευρώπη δεν φάνηκε να επεξεργάζεται ένα σχέδιο ρήξης με την ΕΕ – ένα Σχέδιο Β – ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη διαχείριση δημοσίων χρεών, δημοσίων οικονομικών, και πόσο μάλλον τη λειτουργία των εθνικών τραπεζικών συστημάτων.

Ενώ πολλά από αυτά τα αριστερά κόμμα μετέτρεψαν την αμηχανία τους σε λίγο ή πολύ αυστηρή κριτική του Σύριζα, η ελληνική κυβέρνηση μπόρεσε, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη διαχείριση του 3ου Μνημονίου, να κάνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της αύξηση κοινωνικών και προνοιακών δαπανών, της εξισορρόπησης των δημοσίων οικονομικών με αναδιανομή του εισοδήματος, και της ελαφράς ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας.

Αλλά το τέλος της περιόδου των Μνημονίων, επιτρέπει όχι μόνο να υπάρξει μεγαλύτερη ανεξαρτησία σε οτι αφορά τις πολιτικές με κοινωνική βαρύτητα, αλλά και να εφαρμοστούν καινοτόμες ετερόδοξες πολιτικές σε οτι αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη. Η σημερινή προσέγγιση των αναπτυξιακών πολιτικών παραμένει εγκλωβισμένη στην εξάρτηση από τις προθέσεις και τις πρωτοβουλίες μεμονωμένων ιδιωτών επενδυτών, ξένων ή ελλήνων, που ήδη φαίνεται οτι δεν έχει παρά περιορισμένα αποτελέσματα, και κινδυνεύει να θέσει σε κίνδυνο τις μακροοικονομικές ισορροπίες, αλλά και τις κοινωνικές πολιτικές.

Η εφαρμογή ετερόδοξων αναπτυξιακών πολιτικών αποτελεί έναν αναγκαίο προσανατολισμό, που όχι μόνο μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα για την παραγωγή, καθώς και για την περιβαλλοντική και κοινωνική στρατηγική, αλλά και να γίνει αποδεκτός ακόμα και απο τις “αγορές”, από τη στιγμή που θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση των μακροοικονομικών μεγεθών. Επίσης είναι ο προσανατολισμός που θα καθιερώσει την πρωτοποριακή θέση του Σύριζα στο πλαισίο της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Οι ετερόδοξες πολιτικές είναι αυτές που μέσω της ουσιαστικής αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων, της ριζικής καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω της μαζικής εμπλοκής εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στην παραγωγή, μέσω της προτεραιότητας στις εξισωτικές κοινωνικές υπηρεσίες, και μέσω του αποφασιστικού ρόλου του δημοκρατικού σχεδιασμού και του δημοσίου τομέα στις πολιτικές ανασυγκρότησης, μπορούν να βγάλουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες από τον επικίνδυνο κατήφορο ενός παρακμάζοντος καπιταλισμού.

Η ανησυχία σχετικά με τις περιβαλλοντικές καταστροφές που επαναλαμβάνονται στην Ελλάδα και την Ευρώπη, και ενώ είναι εδώ και πολλά χρόνια γνωστές οι προβλέψεις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, πρέπει να οδηγήσει σε περιεκτικές στρατηγικές, τόσο για τη συγκράτηση της κλιματικής αλλαγής, όσο και για την αντιμετώπισή της. Είναι πλέον ορατό οτι έχουμε εισέλθει σε μια περιόδο κατά την οποία οι επιπτώσεις αυτές θα παρουσιάζουν ένα όλο και μεγαλύτερο κόστος για τον πληθυσμό. Έχει πλέον αποδειχθεί οτι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν καταλήγουν στη αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος και αντίθετα το επιδεινώνουν. Μια εναλλακτική προσέγγιση είναι αναγκαία και έχει τη δυνατότητα να συσπειρώσει πλατιά λαϊκά στρώματα αν πείσει για την αποτελεσματικότητά της, και θα είναι αποτελεσματική αν είναι πανευρωπαϊκή.

Ο σχεδιασμός της παραγωγικής ανασυγκρότησης, η δραστική μείωση των ανισοτήτων, η επιδίωξη του ελέγχου της δημιουργίας και κυκλοφορίας του χρήματος, είναι πολιτικοί στόχοι που ακόμα κι αν εδραιωθούν τμηματικά αλλά παραδειγματικά, μπορούν να ανοίξουν δρόμους για την Αριστερά και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, να βοηθήσουν στο να φανεί η σημασία και η αποτελεσματικότητα πολιτικών που φροντίζουν πραγματικά την πλειοψηφία του πληθυσμού, και ξεπερνούν τα διλήμματα του νεοφιλελευθερισμού, ή τα διλήμματα της αποκλειστικής εξάρτησης από τις υποτιθέμενες αρετές της επιχειρηματικότητας.

Το στάδιο της κοινωνικής πολιτικής ως αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, και το στάδιο της επέκτασης των δικαιωμάτων για όσους εργάζονται, πρέπει να ξεπεραστούν, και να αμφισβητήσουμε μια κοινωνία έντονα ιεραρχημένη, όπου τα κυρίαρχα οράματα είναι αυτά που κουβαλάνε από παλιά κάποια μεσαία κοινωνικά στρώματα. Είναι πλέον καιρός να προσφερθούν στο “πλήθος” των εργαζομένων και ανέργων, δυνατότητες αξιοπρεπούς εργασίας, πολυδιάστατες κοινωνικές και δημόσιες υπηρεσίες, και ευρείες δυνατότητες συμμετοχής στο σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας παραδειγματικής αναβάθμισης της παραγωγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου