Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Οδηγείται η Ευρώπη σε βαθειά ύφεση και συρρίκνωση της Ευρωζώνης;

Η πρόταση της κ.Μέρκελ για σκλήρυνση των μέτρων που προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ, θα οδηγήσει αν υιοθετηθεί σε μια βαθειά ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως προβλέπουν όλοι οι παρατηρητές, από τον Πώλ Κρούγκμαν και τον Ζόζεφ Στίγκλιτς ως τον Μάρτιν Βόλφ των Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς. Γιατί όμως τόση ανυπομονησία - επιστροφή σε ελλείμματα στο 3% του ΑΕΠ σε τρία χρόνια - εκ μέρους της Γερμανίας; Το πιό πιθανό είναι οτι οι διαθέσιμες εκτιμήσεις προβλέπουν την ταχεία επέκταση της κρίσης του δημοσίου χρέους.
Εκτός από τη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων στο 3% του ΑΕΠ στο διάστημα των επόμενων τριών ετών, η γερμανική πρόταση περιλαμβάνει επίσης πρωτοφανή μέτρα όπως προσωρινή ή μόνιμη περικοπή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων για τις χώρες που παραβιάζουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, ή ακόμα και την απώλεια του δικαιώματος ψήφου στα Συμβούλια υπουργών. Οι παραβάτες θα οδηγούνται μέχρι την “ελεγχόμενη πτώχευση” και στην αποχώρηση από τη ζώνη του Ευρώ.
Μια τέτοια προοπτική θέτει σοβαρά πολιτικά ζητήματα και πριν απ’όλα πρέπει να εγγραφούν σε μια νέα Συνθήκη οι νέοι όροι. Υπάρχει όμως και η ιδέα της εγγραφής στα εθνικά συντάγματα της απαγόρευσης των δημοσίων ελλειμμάτων, κάτι που έχει προτείνει ο Νικολά Σαρκοζί. Πρόκειται φυσικά για την οριστική απόσυρση του κράτους από τη οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και από τον τομέα των κοινωνικών πολιτικών, ενώ είναι αμφίβολο αν μπορεί να τηρηθεί ένας τέτοιος κανόνας σε περιόδους με μικρές ακόμα αναταραχές στην οικονομία. Η Αργεντινή είχε κατοχυρώσει συνταγματικά τη σύνδεση της αξίας του νομίσματός της με το δολλάριο, ως τη στιγμή της πλήρους κατάρρευσης.
Πώς να ερμηνεύσει κανείς μια τέτοια εμμονή; Από την άποψη της διαχείρισης της κρίσης, πρόκειται προφανώς για την άρνηση των κυβερνήσεων - και επομένως της Ευρωζώνης - να δεχθούν οποιαδήποτε προσέγγιση που δεν κατοχυρώνει τη θέση και τα κέρδη των τραπεζών. Αλλά σε μια περίοδο ύφεσης που οφείλεται στην υπερχρέωση της οικονομίας (τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα), πώς είναι δυνατόν να επανέλθει η πραγματική οικονομία σε μια ισορροπία, χωρίς να υπάρξουν απώλειες από την πλευρά του χρηματικού κεφαλαίου; 
Η υπεράσπιση της κυρίαρχης θέσης, και της κερδοφορίας, του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, έχει πριν απ’όλα εμποδίσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να δανείζει απ’ευθείας τα δημόσια ταμεία με χαμηλά, ή πολύ χαμηλά επιτόκια, όπως κάνουν οι αντίστοιχες τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρεταννίας. Μπορεί βέβαια η ΕΚΤ να δανείζει τις ιδιωτικές τράπεζες με χαμηλά επιτόκια, οι οποίες δανείζουν τα δημόσια ταμεία με πολύ υψηλότερα, αντλώντας πρόσοδο που τους έχει απλώς παραχωρηθεί, επιβαρύνοντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Εκεί όπου έχει φθάσει η υπερχρέωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι αδύνατο να αποκατασταθεί μια σταθερότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων, χωρίς να σβηστεί ένα μέρος του δημοσίου - και σε μερικές χώρες του ιδιωτικού - χρέους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πρόκειται όμως για κάτι που μπορεί να συμβεί με διαφορετικούς τρόπους.
Το σενάριο που διαμορφώνουν οι σημερινές συνθήκες και οι κυρίαρχες αντιλήψεις είναι αυτό της αναδιάρθρωσης του χρέους μέσω της πτώχευσης, και στη συνέχεια της αποχώρησης από τη ζώνη του Ευρώ. Πρόκειται για το πιό πιθανό σενάριο με τα υπάρχοντα δεδομένα για την ελληνική οικονομία. Σημαίνει επιπλέον οτι περιθωριοποιείται η Ελλάδα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπαίνει στην κατηγορία των νέων κρατών μελών, και διαιωνίζεται το σύνθετο πρόβλημα χρέους, ελλειμματικότητας των εξωτερικών συναλλαγών και επιτηρούμενης διαχείρισης.
Ένα άλλο εναλλακτικό σενάριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο αυτή τη φορά, απαιτεί ριζικές αλλαγές, σχετικά με το ρόλο της ΕΚΤ, τον έλεγχο της κερδοσκοπίας, την αναδιανομή του εισοδήματος μέσω φορολογίας στα κράτη μέλη και την ΕΕ συνολικά, ενώ χρειάζεται να τεθεί το ζήτημα της εναρμόνισης οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Είναι προφανές ότι μόνο μια μαζική κινητοποίηση των κοινωνιών μπορεί να διαμορφώσει μια τέτοια προοπτική, φοβίζοντας τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, και διαμορφώνοντας στους εργαζόμενους και πολίτες των χωρών της Ευρώπης, την αίσθηση μιας κοινής μοίρας που σήμερα δεν υπάρχει.
Η αίσθηση μιας κοινής μοίρας δεν μπορεί βέβαια να οικοδομηθεί πάνω στην αποτυχημένη προοπτική της “ανταγωνιστικότητας”, η οποία έχει τελικά διχάσει την ΕΕ αντί να την ενώσει. Μια νέα κουλτούρα αλληλεγγύης μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με βάση την προοπτική της βιωσιμότητας, η οποία προϋποθέτει κάτι παραπάνω από την αναβίωση εργαλείων που ενοποιούν τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές. Καθώς γίνεται περισσότερο απειλητική η δυναμική της κλιματικής αλλαγής, και η οικονομική κρίση αφήνει πίσω της καταστραμμένες παραγωγικές δομές και τεράστια κοινωνικά ελλείμματα, είναι ανοιχτά όλα τα ερωτήματα για τον νέο χαρακτήρα, υπό αυτές τις συνθήκες της, της έννοιας της αλληλεγγύης, στην Ευρώπη και σε κάθε χώρα ειδικότερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου