Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Έξοδος απο το Ευρώ ή έξοδος από τον καπιταλισμό;


(άρθρο στο unfollow τεύχος 9)
Η κρίση στην οποία βυθίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ταυτοχρόνως μια κρίση της ευρωπαϊκής οικοδόμησης και ειδικότερα της ευρωζώνης, αλλά είναι κατά κύριο λόγο μια γενικευμένη αποδόμηση των διαφορετικών εκδοχών του ευρωπαϊκού φορντισμού, η οποία πλήττει με άνισο τρόπο τις διάφορες χώρες και συνυπάρχει με την πόλωση ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και του Νότου. Παντού όμως η κρίση είναι κοινωνική. Από την Γερμανία, όπου ο τεμαχισμός της αγοράς εργασίας οδηγεί στη συνεχή διεύρυνση της κατηγορίας των φτωχών και επισφαλώς εργαζομένων, ως την Ελλάδα της καταστροφής των εργασιακών και κοινωνικών θεσμών, αυτό που χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό τοπίο συνολικά είναι η συσπείρωση της κοινωνικής συμμαχίας που επιβάλει και αξιοποιεί τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, σε βάρος κυρίως των μισθωτών. Η εθνικιστική υστερία της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ, δεν σηματοδοτεί το θρίαμβο ενός εθνικού μοντέλου εξόδου από την κρίση, αλλά την αξιοποίηση μιας ιστορικής οικονομικής υπεροχής για την ενίσχυση της συμμαχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου με σημαντικές κατηγορίες των μεσαίων στρωμάτων και ορισμένες κατηγορίες μισθωτών, ένα σκηνικό που ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά του δεν μας είναι άγνωστο στην Ανατολική πλευρά του ευρωπαϊκού Νότου.

Η ευρωπαϊκή οικονομική ελίτ, μαζί με την ελληνική, θέλουν να εμφανίζουν την ελληνική εκδοχή της κρίσης, ως μια εθνική αποτυχία σε σχέση με την επιδιωκόμενη και επιτυχημένη ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πορεία. Ωστόσο σε ότι αφορά την Ελλάδα η σύγχηση που προκαλεί εδώ και είκοσι χρόνια η συνύπαρξη ενός “εκσυγχρονιστικού” λόγου με τη θριαμβευτική πορεία του νεοφιλελευθερισμού, δεν μπορεί να κρύψει οτι από τη δεκαετία του 80, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υποστήριξαν συστηματικά την εδραίωση ενός αντιπαραγωγικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, ο οποίος βασίστηκε στο σύστημα άνομων πελατειακών σχέσεων του κράτους με τον επιχειρηματικό κόσμο και με ειδικά κοινωνικά συμφέροντα (επαγγελματικές ομάδες, συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, ή γραφειοκρατίες τοπικών αντιπροσωπευτικών θεσμών), που είχαν οικοδομηθεί από το μετεμφυλιακό και το χουντικό κράτος. Οι ίδιοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι και τραπεζίτες που υποστήριξαν την εδραίωση της κυριαρχίας κρατικοδίαιτων βιομηχάνων και “καρτελοποιημένων” τραπεζιτών, εμφανίζουν το ίδιο το έργο τους ως αποτυχία των “ελλήνων”, όταν είναι μια από τις πλέον επιτυχημένες εκδοχές της χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας, που ευνόησε για μεγάλο διάστημα τις ελληνικές και ευρωπαϊκές τράπεζες καθώς και τις κοινωνικές ομάδες που συσπειρώθηκαν στην Ελλάδα γύρω από αυτές. 
Οι έλληνες μισθωτοί και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα που είχαν ήδη πληγεί από τη θριαμβευτική πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα και που σήμερα δέχονται τα τρομερά πλήγματα των διαδοχικών Μνημονίων, βρίσκονται πάντα αντιμέτωποι με την ίδια διευρωπαϊκή συμμαχία χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και ορισμένων μεσαίων στρωμάτων ή μισθωτών, η οποία δεν έχει άλλον ορίζοντα από τη συνέχιση και εμβάθυνση της ίδιας στρατηγικής. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε κάθε χώρα της ΕΕ αυτή η συμμαχία εμφανίζεται (και είναι σήμερα) ικανή να διαλύσει τις “εσωτερικές” αντιστάσεις κάνοντας επίδειξη της “εξωτερικής” υποστήριξης στην οποία βασίζεται, καθώς και της χωρίς όρια αναλγησίας της σε οτι αφορά τις καταστροφικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτής της στρατηγικής σε κάθε χώρα. Μας είναι ακόμα δύσκολο να πιστέψουμε με πόση ευκολία οι εθνικές ελίτ και οι σύμμαχοί τους έχουν κόψει τις γέφυρες με το παρελθόν, και είναι ικανές να συνεχίσουν να αξιοποιούν τη διάλυση των κοινωνικών και δημοκρατικών θεσμών ως μηχανισμό αποδυνάμωσης των αντιστάσεων. Σε κοινωνίες που με αυτό τον τρόπο σπάνε στα δύο, για να συνεχίζει να κυριαρχεί και να πλουτίζει μια μειοψηφική κοινωνική συμμαχία, εθνική και ευρωπαϊκή, η αναγκαία ανατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων είναι ταυτοχρόνως πολύ δύσκολη αλλά και απαραίτητη. Από στρατηγική άποψη η αλλαγή αυτή μπορεί και πρέπει να είναι ευρωπαϊκή για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, επειδή η παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση σε κάθε χώρα εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και δεύτερον, επειδή ο ευρωπαϊκός χώρος είναι ο πλέον ενοποιημένος γεωγραφικός χώρος στον κόσμο, από την άποψη της ιστορίας, της πρακτικής και των οραμάτων των κοινωνικών κινημάτων.
Τα μεγάλα στρατηγικά θέματα που κάθε εθνική κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει για να ακολουθήσει την οδό της ανασυγκρότησης, απαιτούν αποφάσεις που είτε μπορούν να ληφθούν μόνο σε πολυεθνικό επίπεδο, είτε, όταν λαμβάνονται σε πολυεθνικό επίπεδο, αποκτούν ποιοτικά διαφορετική σημασία. Το πλέον σαφές παράδειγμα είναι η άμβλυνση και αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Για στρατηγικά θέματα όμως όπως, η αποκατάσταση του δημόσιου ελέγχου επι της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, η εξισορρόπηση των ενδοευρωπαϊκών συναλλαγών, η άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής μέσω του φορολογικού συστήματος, η ανάπτυξη δημόσιων πολιτικών στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, η υλοποίηση περιφερειακών πολιτικών, υπάρχουν φυσικά εθνικές εκδοχές πολιτικών με αυτό τον προσανατολισμό, αλλά η αποφασιστική ενίσχυση των συμμαχιών των “από κάτω” σε εθνικό ή πολυεθνικό επίπεδο, δεν μπορεί να περάσει παρά μέσω αποφασιστικών ανατροπών σχετικά με τα θέματα αυτά σε περισσότερες χώρες. Δεν υπάρχει εθνική πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής που να μην συνοδεύεται από τον ευρύτερο δυνατό συντονισμό εθνικών περιβαλλοντικών πολιτικών. Πιστωτικές, νομισματικές, φορολογικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές θα είναι περισσότερο ουσιαστικές όταν θα σχεδιάζονται από κοινού σε περισσότερες από μια χώρες. Αυτή η προσέγγιση δεν δείχνει τον παραμικρό σεβασμό για τους θεσμούς της ΕΕ και της Ευρωζώνης, ούτε φυσικά για την ευρωπαϊκή στρατηγική που υποστηρίζουν οι σύμμαχοι του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. 
Οι εθνικές συμμαχίες των “από κάτω” που καλούνται στην πραγματικότητα να διαμορφώσουν το παραγωγικό, εργασιακό και θεσμικό τοπίο της εξόδου από τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, έχουν πολύ περισσότερα να κερδίσουν από τη συντονισμένη δράση με τις αντίστοιχες συμμαχίες άλλων χωρών, παρά από τη μάταιη προσπάθεια να ροκανίσουν τις ανελέητες συμμαχίες που στηρίζουν τις λογικές και τις πολιτικές των Μνημονίων. Η αδυναμία κατανόησης των συνθηκών στις οποίες αναπτύσσεται η ταξική πάλη στο διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, και η υιοθέτηση της άποψης ότι όλα πρέπει να αρχίσουν από την απόρριψη του Ευρώ, είναι μια εκδήλωση αυτής της προσπάθειας να βρεθούν “σύμμαχοι” που είναι πρόθυμοι να αναπροσανατολίσουν “εθνικά” τις στρατηγικές τους. Ενώ κατά την απρόβλεπτη και οδυνηρή μελλοντική πορεία των κοινωνικών αγώνων, η έξοδος της Ελλάδας και οι έξοδοι άλλων χωρών από το Ευρώ θα είναι πιθανές και ίσως αναγκαίες, είναι σαφές οτι μια νικηφόρος πορεία των κινημάτων σε μέρος ή στο όλο της Ευρώπης θα επιδιώξει τη διατήρηση ή την εγκαθίδρυση ενός ενιαίου νομίσματος.
Η επιμονή και εμμονή στην κεντρικότητα της “εξόδου από το Ευρώ”, στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής με συγκεχυμένα ταξικά χαρακτηριστικά (που δεν αναγνωρίζει τον χαρακτήρα των σημερινών ταξικών συσπειρώσεων και συγκρούσεων) και μιας ανάγνωσης της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας με όρους ιμπεριαλιστικών επιβουλών, επιλέγει να μην ερμηνεύσει την εμπειρία του παρελθόντος, αλλά και την τρέχουσα συγκυρία, με όρους εθνικών ταξικών συμμαχιών και συσχετισμών, και να μην κατανοήσει επομένως τι πραγματικά συνέβει και συμβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι οτι αυτή η προσέγγιση εγκλωβίζεται σε μια ρητορία περί “λαού” που πρέπει να αντισταθεί σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη, και περί ενός κράτους που από το πουθενά θα εκφράσει τον ενοποιημένο “λαό”. Απλοποιεί έτσι αφαιρώντας της κάθε ουσία μια ανατροπή που δεν μπορεί να βασιστεί παρά στη συσπείρωση της πλειοψηφίας των μισθωτών και λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται από την κυρίαρχη στρατηγική, άρα σε μια αποφασιστική σύγκρουση με την κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία, και επομένως στη συστηματική οικοδόμηση ή αναδόμηση των θεσμών έκφρασης της εργατικής και λαϊκής θέλησης. Των θεσμών δηλαδή που θα θέσουν τις βάσεις για έξοδο από τις σχέσεις εκμετάλλευσης και τις καταστροφικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου