Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

Προς το Νέο Παραγωγικό Μοντέλο


Σε πολλές διατυπώσεις της Αριστεράς και των αριστερών, η αναφορά στο Νέο Παραγωγικό Μοντέλο, μια αναφορά προφανώς σε παραγωγικές επιλογές και παραγωγικές σχέσεις, μπορεί να αφορά εύκολες υποσχέσεις και παρουσιάσεις πολιτικών, ή και πιό σοβαρές προσπάθειες περιγραφής στόχων και στρατηγικών. Η επιλογή της ευκολίας είναι η πιο συνηθισμένη εκδοχή, καθώς επιχειρείται να αποκτήσουν ανατρεπτική πατίνα, χρήσεις αυτής της διατύπωσης κοινότοπες και σχεδόν συστημικές. Για να σκεφτεί κανείς πώς μπορεί να αντικατασταθεί το σημερινό παραγωγικό μοντέλο, και να σχεδιαστεί το νέο, δεν αρκεί να περιγράφει κάποιες αλλαγές που συντελούνται ή που αναμένεται να συντελεστούν στο πλαίσιο του σημερινού παραγωγικού συστήματος. Χρειάζεται να αναδειχθούν και να σχεδιαστούν παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα σχέδιο ενίσχυσης του παραγωγικού και πολιτικού ρόλου των λαϊκών τάξεων, και των θεσμών που κατοχυρώνουν την προτεραιότητα του δημοσίου συμφέροντος και της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.


Η δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος, ο συνδυασμός του εξογκούμενου περιβαλλοντικού κόστους, με την αντιπαραγωγική και αντικοινωνική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και με την ενίσχυση δραματικών κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην Ελλάδα ειδικότερα αυτή η δυναμική επιδεινώθηκε από το πελατειακό συστημα διαχείρισης και την προσαρμογή σε αυτό το σύστημα της διοίκησης του δημόσιου τομέα. Και επομένως η αναζήτηση νέων θεσμικών επιλογών σε οτι αφορά την οργάνωση της οικονομίας περιλαμβάνει την ανάγκη να γίνουν σοβαρές αλλαγές στη διοίκηση των πολιτικών που αφορούν την πραγματική οικονομία αλλά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, η απομάκρυνση δηλαδή από το μοντέλο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, το πέρασμα από την εργατική τάξη στο “πλήθος”, οι αλλαγές που οφείλονται σε τελευταία ανάλυση στην προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να υποτάξει τη γνωσιακή εργασία, είναι εξελίξεις που πρέπει να οδηγήσουν σε νέες στρατηγικές επιλογές οι οποίες επιδιώκουν την άμεση συλλογική παρέμβαση του κόσμου της εργασίας στα επίπεδα της παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών σχέσεων δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί από την Αριστερά το σύνολο των επιλογών του παρελθόντος. Η παγκοσμιοποίηση ως στρατηγική του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, έχει οδηγήσει σε οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις τις χώρες που αποδέχθηκαν την καθαρή μορφή αυτής της στρατηγικής, και σε σχετικές επιτυχίες τις χώρες που αντιστάθηκαν στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Η ανάγκη της εξωστρέφειας των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις συνθήκες μιας κρίσης που οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό σε μια μακρόχρονη διαδικασία διεύρυνσης του εξωτερικού ελλείμματος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Από την άλλη μεριά όμως, δεν μπορεί να βασιστεί στην εξωστρέφεια και μόνο η ανάκτηση παραγωγικών δυνατοτήτων και η αύξηση της απασχόλησης, όταν μάλιστα το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον δεν χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακό δυναμισμό. Οταν επιπλέον η ανασυγκρότηση της παραγωγής και η κάλυψη κοινωνικών αναγκών πρέπει να συνδεθούν με συστηματικές διαρθρωτικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις, ο τοπικός χαρακτήρας του αναπτυξιακού σχεδιασμού (που συμπεριλαμβάνει τις εξωστρεφείς δραστηριότητες) είναι ένας αναπόφευκτος προσανατολισμός.


Ξανά για την κρίση

Τα υπολλείμματα του παλαιού δικομματισμού αλληλοκατηγορούνται σχετικά με τις επιλογές που οδήγησαν στην κρίση το 2009. Το γεγονός όμως οτι το ελληνικό παραγωγικό σύστημα οδηγήθηκε σε ένα θεαματικό αδιέξοδο, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης περιόδου, κατά την οποία το ανανεωμένο από τον “εκσυγχρονισμό” πελατειακό σύστημα, συρρίκνωσε τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, αναπαρήγαγε ένα αναποτελεσματικό διοικητικό μηχανισμό, οδήγησε άφθονους πόρους στη σπατάλη και τη διαφθορά, και συρρίκνωσε την εφαρμοσμένη οικονομική σκέψη στην επανάληψη των θαυματουργών ιδιοτήτων της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Η φυγή προς τον δανεισμό, που κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, δεν ήταν μόνο μια φυγή προς ένα αδιέξοδο, αλλά ήταν και η κατάληξη της αδυναμίας της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να σκεφτεί την οικονομία έξω από τη μυθοποίηση του ιδιωτικού συμφέροντος.

Η ενσωμάτωση αυτού του δόγματος στη σύγχρονη οικονομική σκέψη, και η αναπαραγωγή του για τρεις δεκαετίες, αποδυνάμωσε όλες τις πλευρές των καπιταλιστικών θεσμικών πλαισίων υποστήριξης των αναπτυξιακών πολιτικών, και κατά κύριο λόγο τις λειτουργίες που αφορούν τον σχεδιασμό των οικονομιών και τη διοίκησή τους, όπως και την αξιοποίηση της παραγωγής νέας γνώσης σε οτι αφορά την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Οι υστερήσεις σε οτι αφορά την εισαγωγή καινοτομιών (τεχνολογικού ή οργανωτικού χαρακτήρα) στην παραγωγή, οι άφθονες κακοτεχνίες και ελλειπείς συντηρήσεις στον τομέα των υποδομών (που παρατηρούνται σε όλη τη χώρα), οι παραβιάσεις της νομοθεσίας και οι δραματικές υστερησεις σε θέματα περιβάλλοντος, υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των αναπόφευκτων αδυναμιών του πελατειακού συστήματος, με τις ανορθολογικές ειδικές επιλογές, τη λήψη αποφάσεων με την υποταγή σε μεμονωμένα συμφέροντα, τη στρέβλωση πολιτικών προς όφελος ειδικών συμφερόντων. Ο συνδυασμός αυτών των δυσλειτουργιών με τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, συνέβαλε στην επιδείνωση της κρίσης, οδηγώντας τόσο στην απώλεια του ελέγχου των παραγόντων που την τροφοδότησαν, όσο και στην ακαμψία διαδικασιών και εργαλείων που αφορούν την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της αναπαραγωγής αυτών των δυσλειτουργιών είναι οτι σε μια στιγμή κατά την οποία είναι αναγκαίες μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο και τα εργαλεία άσκησης πολιτικής, για την υλοποίηση μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης, η επιχειρηματική τάξη – συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών - παραμένει αναδιπλωμένη στην υπεράσπιση της κερδοφορίας χωρίς την παραμικρή αναζήτηση κατευθύνσεων για το σύνολο της οικονομίας. Παραμένει δηλαδή προσκολλημένη στην ποιότητα των πολιτικών που καθιερώθηκαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, διεκδικώντας μάλιστα την ενίσχυσή τους προς κατευθύνσεις εξασφάλισης της κερδοφορίας με δημόσιες πολιτικές, όπως συμβαίνει με καθαρό τρόπο στην περίπτωση των συστημικών τραπεζών (στην εποχή της υπερφορολόγησης, πετυχαίνουν αναβολή των πληρωμών φόρων). Παράλληλα, έχει ελαχιστοποιηθεί το προσωπικό του δημόσιου τομέα που έχει τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίες ώστε να μπορεί να αναλάβει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίσουν την απεξάρτηση των αναπτυξιακών πολιτικών από την απόλυτη υποταγή στις επιδιώξεις και τις δυνατότητες του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα.

Ένα σύνολο παραγόντων κάνουν ώστε η ριζική ανανέωση του θεσμικού πλαισίου και των κατευθύνσεων των αναπτυξιακών πολιτικών είναι ταυτοχρόνως απαραίτητη και ιδιαίτερα δύσκολη. Η εμμονή των δυνάμεων του κεφαλαίου με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι στρατηγικού χαρακτήρα, και δεν υπάρχει καμμία πρόθεση αλλαγής αυτού του προσανατολισμού τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά οι πολιτικές απέναντι στην εργασία που υλοποιήθηκαν κατά την 30ετή περίοδο και κατά την 8ετία των μνημονίων έχουν αποδυναμώσει συστηματικά τις λαϊκές δυνάμεις, και η κινητοποίησή τους έχει μεν οδηγήσει στις εκλογικές νίκες της Αριστεράς το 2015, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τον επηρεασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης και των κινηματικών πολιτικών παρεμβάσεων. Το βάρος των πρακτικών του πελατειακού συστήματος παραμένει, ακόμα κι αν έχουν αφαιρεθεί σε καθοριστικό βαθμό από τη σημερινή κυβέρνηση οι πρακτικές που συνδέονται με τη διαφθορά και εν μέρει αυτές που οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων. Καθώς είναι ακόμα κανόνας η αποσπασματική επιλογή και χρηματοδότηση έργων και δράσεων, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής και πόσο μάλλον υλοποίησης αναπτυξιακών στόχων, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

Η αποσπασματική προσέγγιση αυτών των πολιτικών συνυπήρχε και συνεχίζει να συνυπάρχει με την εξάρτηση από πολλαπλές και αυτοτελείς κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης (της αναμενόμενης αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης), όπως η ελκυστικότητα του τουριστικού τομέα, οι ξένες επενδύσεις, οι αυξήσεις των δημοσίων και των κοινωνικών δαπανών, οι δημιουργία των start up's. Η ιδέα οτι η δημιουργία ή η εγκατάσταση κάποιων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα των αυξήσεων της ζήτησης, και χάρη στις πρωτοβουλίες του νεφελώδους χώρου της επιχειρηματικότητας, μπορούν να γεννήσουν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, είναι - δυστυχώς - μια επανάληψη της μυθολογίας που διέδωσε και εγκαθίδρυσε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, πείθοντας ιδιοτελής επιχειρηματίες, ανεπαρκείς δημόσιους λειτουργούς και πολιτικούς όλων των παρατάξεων, για τον αναντικατάστατο χαρακτήρα των αυτοματισμών της αγοράς.


Από την εργατική τάξη στο πλήθος

Η μορφή που μπορεί να πάρει η ένταξη του κόσμου της εργασίας σε ένα νέο μοντέλο, δεν μπορεί πλέον να είναι η υλοποίηση του φορντιστικού οράματος, το οποίο ματαίωσε στην Ελλάδα ο “εκσυγχρονισμός”. Του οράματος δηλαδή που επιδιώκει τον συνδυασμό της οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και του κοινωνικού κράτους. Σήμερα ο κόσμος της εργασίας είναι κατά κύριο λόγο ένα πλήθος επισφαλώς απασχολούμενων και ανέργων, εκ των οποίων κάποιοι μπορούν να κατακτήσουν δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί παλαιότερα στον φορντιστικό ευρωπαϊκό κόσμο, αλλά πρέπει να είναι στην πραγματικότητα σε αναζήτηση, όχι μόνο μισθού και δικαιωμάτων, αλλά και ρόλου στην οικονομία και την κοινωνία. Είναι προφανές οτι λόγω της κατάρρευσης της παραγωγής, αλλά και της αναδίπλωσης των επιχειρηματιών και των μετόχων στην εξασφάλιση της τρέχουσας κερδοφορίας, υπάρχει ένα τεράστιο κενό ως προς τους παράγοντες ενεργοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και μόνο οι συλλογικές μορφές άσκησης πολιτικών και οργάνωσης της παραγωγής μπορούν να δώσουν λύσεις που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν ανάγκες αλλά και να αξιοποιήσουν τις υπαρκτές γνώσεις αυτού του δυναμικού.

Οι παρεμβάσεις σε οτι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τόσο τα διεθνή όσο και τα τοπικά, απαιτούν και αυτές συλλογικές μορφές απόφασης για ασκούμενες πολιτικές, και το ίδιο ισχύει πόσο μάλλον για τον αναγκαίο συνδυασμό πολιτικών για το περιβάλλον και αναπτυξιακών πολιτικών. Σε οτι αφορά τόσο την επεξεργασία, όσο και την υλοποίηση αυτών των πολιτικών, η εκδήλωση της συλλογικής θέλησης δεν μπορεί να προκύψει μόνο “από τα κάτω”, και πρέπει μάλλον να είναι και το αποτέλεσμα μιας εκδήλωσης της θέλησης της κοινωνίας και με αποφάσεις σε επίπεδο θεσμών κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης, οι οποίες αφορούν οικονομικούς πόρους και συνδυασμούς πολιτικών παρεμβάσεων. Απέναντι σε κατόχους των μέσων παραγωγής και των μέσων δημιουργίας και διαχείρισης του χρήματος, που δεν επιδιώκουν την ολοκληρωμένη συγκρότηση ενός συστήματος παραγωγής και αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, αλλά επιδιώκουν αντίθετα την αξιοποίηση ευκαιριών κερδοφορίας σε μια κοινωνία αποδιοργανωμένη και φτωχοποιημένη, ο ρόλος του κόσμου της εργασίας είναι να ανασυγκροτήσει την κοινωνία και την παραγωγή μέσω πρωτοβουλιών που αφορούν επιλογές για τις κατευθύνσεις της παραγωγής, και τις μορφές σχεδιασμού και διοίκησής της.

Υπάρχουν ορατές δυνατότητες υλοποίησης ενός τέτοιου προσανατολισμού που αφορούν την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, τις Ενεργειακές Κοινότητες, τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, τις μορφές συνεργασίας Μικρών Επιχειρήσεων, των οποίων η αξιοποίηση εμποδίζεται ή αναστέλεται από ελλείψεις στο σχεδιασμό της ανάπτυξης και τη διοίκηση της υλοποίησής αυτού του σχεδιασμού. Παράλληλα είναι δυνατή η ενεργοποίηση των εργαζομένων σε μεγάλες δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε δημόσιες υπηρεσίες, με την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ίδιους του εργαζόμενους σε οτι αφορά τον αναπτυξιακό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων και υπηρεσιών. Επίσης, είναι δυνατή η ενεργοποίηση των πολιτών με τις κατάλληλες συμμετοχικές δομές, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, για να ενισχυθεί ο ρόλος της, και να αντιμετωπιστούν προς όφελος των τοπικών κοινωνιών ζητήματα αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά.

Ένας τέτοιος γενικός προσανατολισμός αποτελεί την οδό για τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας στις νέες συνθήκες, και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της καταστροφικής δυναμικής του καπιταλισμού, χωρίς να παραβλέπουμε και την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών με την πλήρη σημασία του όρου. Πρόκειται για έναν προσανατολισμό ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει να υλοποιείται με μια μεταβατική λογική, κατακτώντας θεσμικές λειτουργίες που δεν είναι πάντα ξένες προς ιστορικές ή και σύγχρονες μορφές ρύθμισης καπιταλιστικών κοινωνιών, αλλά στην σημερινή συγκυρία μπορούν να ενταχθούν σε μια διαφορετική δυναμική.


Η μεταβατικότητα

Η χάραξη πολιτικών για την επίτευξη στόχων με μεταβατικό χαρακτήρα, που ενισχύουν τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και των μετακαπιταλιστικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που είναι ακόμα εχθρικό και με εφετηρία ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης που αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι η αναπόφευκτη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν αριστερές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν, και τα εμπόδια που συναντάει η αξιοποίησή τους δεν είναι η αδιάσπαστη συνοχή των υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού, αλλά πολύ περισσότερο οι ελλείψεις των αριστερών πολιτικών δυνάμεων ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μεταβατικών στόχων. Δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί οτι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η οποία έχει προφανή αντι-αναπτυξιακά αποτελέσματα, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις καταρχάς των δανειστών, οι οποίοι θα είναι πρόθυμοι να δεχτούν ετερόδοξες πολιτικές και στόχους, όταν είναι ορατά τα μακροοικονομικά τους αποτελέσματα.

Αλλα σε συνθήκες εξασθένισης της οικονομικής ισχύος του κεφαλαίου, είτε του επιχειρηματικού, είτε του τραπεζικού (που είναι η σκιά του εαυτού του και συντηρείται από ισχυρές ενέσεις δημοσίου χρήματος), υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων από συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, ειδικότερα από συνεργασίες και δικτυώσεις μικρών επιχειρήσεων, με τις οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν παραγωγικοί και κοινωνικοί στόχοι, που μπορούν μάλιστα να ικανοποιήσουν και μέρος ενός εκ των προτέρων αρνητικού επιχειρηματικού κόσμου. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αξιοποιήσουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες προέρχονται εν μέρει από το θεσμικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, και ενισχύουν τόσο τις δυνατότητες ενός αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα, όσο και τις δυνατότητες ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο, συλλογικών οικονομικών δραστηριοτήτων και δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος. Από τη στιγμή που επιτυγχάνονται τέτοιοι στόχοι, μέσω του συνδυασμού της υιοθέτησης των κατάλληλων πολιτικών αποφάσεων και της ενεργοποίησης των ενδιαφερομένων παραγωγών και πολιτών, δεν χρειάζεται να καταληφθούν τα Χειμερινά Ανάκτορα για να διαπιστωθεί οτι μπορεί να αμφισβητηθεί όχι μόνο η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά και η πρωτεύουσα σημασία της καπιταλιστικής λογικής. Μιας λογικής που έχει προ πολλού υποβαθμιστεί καθώς η αναπαραγωγή του συστήματος δεν αφορά πλέον κατά κύριο λόγο τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος κεφαλαιούχων που υποστηρίζονται και προστατεύονται από την τάξη των πολιτικών. Πρόκειται για τη λογική που αναπαράγει και εμβαθύνει τις κρίσεις.

Η παρέμβαση της Τρόικα είχε δύο διαστάσεις. Η μια αφορούσε την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και η άλλη την υιοθέτηση “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” που αναμενόταν οτι θα είχαν αναπτυξιακές επιπτώσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η τρομερή τριετία 2015-2018, είχαν υιοθετηθεί αποφάσεις σε οτι αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους, με τα υπερβολικά και αμφισβητούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ήταν συγχρόνως σαφές οτι οι “διαρθρωτικές” αποφάσεις δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, και επομένως οτι ήταν λογικό να ληφθούν μέτρα ικανά να τονώσουν τη μεγέθυνση του προϊόντος της οικονομίας κι επομένως να επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει για κάποια χρόνια τις υποσχέσεις της. Είναι προφανές οτι το πεδίο της διαπραγμάτευσης για την μείωση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να κλείσει (σε ευρωπαϊκό επίπεδο), αλλά πρέπει να ενεργοποιηθεί το πεδίο της επιλογής θεσμικών αλλαγών ως προς την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών, που να είναι αποτελεσματικές για την οικονομια, την κοινωνία και το περιβάλλον. Πολιτικές που πρέπει να είναι ετερόδοξες και αντίθετες οχι μόνο με τη εγχώρια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, αλλά και με τις λογικές αναπαραγωγής μιας παρακμασμένης, παραγωγικά και θεσμικά, καπιταλιστικής οικονομίας. Η προοπτική ουσιαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα τροφοδοτηθεί από τη δυνατότητά τους να ενισχύσουν την κοινωνική και πολιτική συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε περισσότερες από μια χώρα.

Πρόκειται για μια συγκυρία πρωτοφανή για την Αριστερά. Έχουμε μαζικά κινήματα συνολικής αμφισβήτησης καθεστώτων όπως στη Γαλλία σήμερα (αλλά και την Αλγερία και τα Βαλκάνια), σε συνδυασμό με νησίδες μεταβατικών συστημάτων παραγωγής (Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία) και διοίκησης (Δήμοι στην Ισπανία), ενώ η διακυβέρνηση ή η προοπτική διακυβέρνησης από αριστερά κόμματα αναμένεται να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές που μεταβάλουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς προς όφελος του κόσμου της εργασίας και συνθέτουν από την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού ως την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου σε ένα παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα. Τα κόμματα της Αριστεράς έχουν να παίξουν σε αυτή τη συγκυρία, έναν πρωτεύοντα ρόλο, να συμβάλουν στην επεξεργασία σχεδίων και στόχων, να αποκτήσουν σε διάλογο με την κοινωνία και τα κινήματα έναν καθαρό προγραμματικό ρόλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου